Visual Browsing
#TradWife, παραδοσιακές σύζυγοι η απάντηση στο φεμινισμό

#TradWife, παραδοσιακές σύζυγοι η απάντηση στον φεμινισμό

Να ένα καινούργιο κίνημα που έρχεται από τις ΗΠΑ του Τραμπ και το Brexit αλλά έχει τις ρίζες του στη ναζιστική Γερμανία
#TradWife: Το κίνημα που στην μετά-#MeToo εποχή η γυναίκα διεκδικεί να είναι «σύζυγος μητέρα και νοικοκυρά» και απορρίπτει το «εργαζόμενη».

Πρόκειται για ένα hashtag (#TradWife) που περιέχει δύο λέξεις. Trad (απ΄το traditional) και Wife. Μια συντομογραφία του «παραδοσιακή σύζυγος», δηλαδή. Σε αυτό συμμετέχουν γυναίκες απ΄ όλο τον κόσμο, αλλά οι πιο δυναμικές φαίνονται να είναι οι Βρετανές και οι Αμερικανίδες. Ευαγγελίζονται την επιστροφή στην εποχή της παραδοσιακής θηλυκότητας, τότε που η γυναίκα περνούσε τη ζωή της ως αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα, μέσα στο σπίτι, ασχολούμενη με το νοικοκυριό. Αυτό το hashtag, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση του BBC, δείχνει να είναι ένα μάλλον ισχυρό κίνημα που αφενός λειτουργεί ως απάντηση στον φεμινισμό και ως απότοκος του #ΜeΤοο και αφετέρου έχει πολιτικές προεκτάσεις. Με λίγα λόγια, αν ζούσε σήμερα ο Χίτλερ θα αισθανόταν δικαιωμένος. Εξ άλλου οι απόγονοί του, ακροδεξιοί και νέο-ναζί αγκαλιάζουν αυτή τη «νέα συνειδητοποιημένη γυναίκα του 2020».

Ας γυρίσουμε όμως πίσω στο 1938. Στη ναζιστική Γερμανία, εκείνη τη χρονιά ο Χίτλερ άνοιξε ένα παράρτημα στη Γυναικεία Νεολαία με το όνομα «Κοινωνία της Πίστης και της Ομορφιάς», στο οποίο πήγαιναν υποχρεωτικά οι κοπέλες ηλικίας 17-21. Εκείμάθαιναν πώς να γίνουν ιδανικές σύζυγοι, μητέρες και νοικοκυρές. Αλλά επιδίδονταν και σε δοκιμασίες αθλητικού περιεχομένου, για να διατηρήσουν τη φυσική κατάσταση, που θα τους επέτρεπε να γεννήσουν γερά παιδιά. Έπρεπε να μπορούν να τρέξουν 60 μέτρα σε 14 δευτερόλεπτα, να πετάξουν σφαίρα στα 12 μέτρα, να τερματίσουν πεζοπορία 2 ωρών, να κολυμπήσουν 100 μέτρα και φυσικά, να ξέρουν να στρώνουν κρεβάτια, να καθαρίζουν το σπίτι και να μαγειρεύουν παραδοσιακές γερμανικές συνταγές.

Βρετανία, Ιανουάριος 2020. Το BBC παρουσίασε πριν λίγες ημέρες το vlog «The Darling Academy» της 34άχρονης βρετανίδας Αλίνα Κέιτι Πετίτ, στο οποίο προβάλλει τη διαφορετικότητά της, μιλάει για μια τυπική μέρα της και δηλώνει ότι πλέον, ως μια «παραδοσιακή σύζυγος» (#TradWife) αισθάνεται πως είναι «ο εαυτός της». Στο vlog της παρουσιάζει συνταγές, ιδέες διακόσμησης, tips οικιακού καθαρισμού, στυλιστικές ιδέες και γενικώς συμβουλές για κάθε σύζυγο, μητέρα και καλή νοικοκυρά. Η Αλίνα φυσικά δεν είναι η πρώτηδιδάξασα αυτόν τον τρόπο ζωής. Και το κίνημα των «παραδοσιακών συζύγων», όπως αυτό παρουσιάζεται στο #TradWife, δεν γεννήθηκε στη Βρετανία αλλά στις ΗΠΑ και μάλιστα τη δεκαετία του 1960.

Πρώτη στυλοβάτης του κινήματος λοιπόν, στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, υπήρξε η αμερικανίδα συγγραφέας Έλεν Άντελιν (1920-2009), η οποία την 1η Ιανουαρίου 1963 υπογράφει την αυτοέκδοση του βιβλίου αυτοβελτίωσης «Fascinating Womanhood». Το βιβλίο εκδόθηκε ως απάντηση στο δεύτερο μεγάλο φεμινιστικό κύμα που ξέσπαγε εκείνη την εποχή, δηλαδή τότε που καίγονταν τα σουτιέν,και εξέφραζε απόλυτα τη συντηρητική αμερικανίδα.

Σχετικα
Το σεξιστικό αίτημα για περισσότερες γυναίκες υπουργούς
Το σεξιστικό αίτημα για περισσότερες γυναίκες υπουργούς

Η συγγραφέας συνέλαβε την ιδέα του πονήματος όταν αισθάνθηκε ότι ο γάμος της περνάει κρίση. Στο βιβλίο αυτό εκθειάζει τις παραδοσιακές γυναίκες όλων των εποχών σε όλο τον κόσμο, όπως η ινδή Μουτμάζ Μαχάλ (1593-1631) γνωστή από το Ταζ Μαχάλ που της έχτισε ο σύζυγός της, αυτοκράτορας Σαχ Τζαχάν, ως τάφο. Ο ρομαντισμός πάει σύννεφο σε όλες τις σελίδες.

Η επιτυχία του βιβλίου για την εποχή ήταν σημαντική. Οι πωλήσεις έφτασαν τις 400.000 και η Έλεν Άντελιν για να συμπληρώσει το αντι-φεμινιστικό αφήγημά της, οργάνωσε σεμινάρια «καλής συζύγου». Μέχρι το 1975, σύμφωνα με το περιοδικόTime, τα σεμινάρια διέθεταν 11.000 διδάσκουσες και 300.000 μαθήτριες. Το «Fascinating Womanhood» είχε γίνει αντι-κίνημα του φεμινισμού. Και εξακολουθεί να είναι. Η Άντελιν ως τον θάνατό της διατηρούσε σχετικό σάιτ με 250.000 μοναδικές επισκέπτριες απ΄ όλο τον κόσμο. Επίσης συνέχιζε τα μαθήματα στη Ναμίμπια, τις Φιλιππίνες, την Ιαπωνία, τη Μαλαισία και στις αμερικανικές πολιτείες Αλαμπάμα, Καλιφόρνια, Φλόριντα, Γιούτα και Βιρτζίνια. Σήμερα, συνεχίστρια του έργου της, όσον αφορά τα σεμινάρια,είναι η κόρη της Ντίξι Άντελιν  Φόρσαϊθ. Και το βιβλίο, που επανεκδόθηκε το 2007 από τον Random House έχει μέχρι στιγμής πουλήσει 2.000.000 αντίτυπα. Τώρα βοηθάνε και τα social media βλέπετε.

Σχετικα
MeToo: O Γουάινστιν αποζημιώνει τα θύματα του με 19 εκατ. $
MeToo: O Γουάινστιν αποζημιώνει τα θύματα του με 19 εκατ. $

Η Αλίνα Κέιτι Πετίτ πάντως, η οποία κατοικεί στο Κότσγουολντς (περιοχή στη Νότια Αγγλία), δεν φαίνεται να έχει παρακολουθήσει κάποιο από τα σεμινάρια της Άντελιν. Η ίδια λέει στο BBC ότι μεγάλωσε τη δεκαετία του 1990 με πρότυπα τις Spice Girls και την τριάδα του Sex & the City και ότι δεν αισθανόταν άνετα με αυτό. Θεωρεί ότι το κίνημα «Girl Power» τελικά έκανε μια τρύπα στο νερό (βλέπε και #ΜeΤοο). Εργάστηκε σε νεαρή ηλικία στον τομέα του Marketing αλλά βαθύτερη επιθυμία της ήταν να βρει έναν καλό σύζυγο και να δημιουργήσει οικογένεια. Κι όταν βρήκε τον σύζυγο και εκείνος της είπε «ξέρω τι θέλεις, είμαι εδώ για σένα και θα σε κάνω να νιώσεις ασφαλής», είδε το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι «κινηματική ιστορία». Η οποία στη περίπτωσή της, ντύνεται και με το αφήγημα του Brexit. Στο vlog της εξηγεί ότι δεν ξέρει πια σε ποια χώρα ζει. Ότι νοσταλγεί την εποχή που δεν υπήρχε εγκληματικότητα στις γειτονιές και οι πόρτες των σπιτιών έμεναν ξεκλείδωτες. Όπως βλέπετε η ρητορική του Νάιτζελ Φάρατζ, αρχηγού του Kόμματος Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου (ως το 2019) έπιασε τόπο. Λέει επίσης ότι ο φεμινισμός είναι επιλογή και αν η φεμινιστική πρόταση είναι οι γυναίκες να εργάζονται και να έχουν δικαίωμα στη σεξουαλικότητά τους με αντίτιμο να στερούνται την οικογένειά τους, τότε η απάντησή της στον φεμινισμό είναι «όχι».

Η ίδια μεγάλωσε σε μονογονεϊκή οικογένεια και η σκληρά εργαζόμενη μητέρα της, έβλεπε το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών σαν κάτεργο. Η Αλίνα δεν ήθελε τέτοια ζωή. Παρακολουθούσε παλιές ταινίες του ’50 και του ’60 με τις οικογένειες γύρω από το τραπέζι και το σερβίρισμα του αχνιστού φαγητού και ονειρευόταν να φορέσει ποδιά και να ψήσει κέικ για τη δική της οικογένεια. «Σήμερα επιστρέφω στο 1959» λέει στο BBC. Κάνει ένα βήμα μετά το «Home Front» δηλαδή, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (βλέπε ρητορική Ουίνστον Τσόρτσιλ). Μάλιστα πολλές από τις συνταγές που παρουσιάζει στο vlog της είναι εκείνης της εποχής. Με ταπεινά υλικά και όσο το δυνατόν πιο ωφέλιμα για το μεγάλωμα των παιδιών.

Και πώς τα βγάζει πέρα οικονομικά; Με τον μηνιαίο μισθό για το σπίτι που της δίνει ο σύζυγος και ένα έξτρα χαρτζιλίκι για την ίδια. Ευτυχώς ο σύζυγος δεν είναι άνεργος και ας ελπίσουμε ότι δεν θα τον τυλίξει καμιά τσαπερδόνα. «Δεν κάνω πολλά έξοδα», λέει η Αλίνα στο BBC. «Δεν μαγειρεύω φαγητά με ακριβά υλικά (εδώ κολλάει το «Home Front»), ούτε ξοδεύω πολλά λεφτά στα ρούχα (εδώ κολλάει το «Girl Power»). Η θηλυκότητα είναι θέμα επιλογής. Το βράδυ όμως που ο σύζυγος έρχεται στο σπίτι και του σερβίρω ένα ποτό πριν από το δείπνο, φοράω λίγο κραγιόν. Οι ρόμπες και το λιγδωμένο μαλλί δεν είναι καλό θέαμα». Σημειωτέον ότι το κίνημα #TradWife έχει τον δικό του ενδυματολογικό κώδικα. Οι θιασώτριες φορούν ρούχα άνετα και λειτουργικά, σε ουδέτερα σχέδια και χρώματα που αγοράζουν φθηνά από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων ή τα ράβουν και τα πλέκουν μόνες τους. Ρούχα «μαμαδέ» δηλαδή και καθόλου σέξι.

Όταν τη ρωτούν οι δημοσιογράφοι για τις πολιτικές απόψεις της και κάνουν νύξη για την ακροδεξιά και το νεοναζιστικό ρεύμα που αγκαλιάζουν το κίνημα, δηλώνει άγνοια. «Εγώ νοσταλγώ την παλιά Μεγάλη Βρετανία», λέει. Brexit και πάλι Brexit!

Αλλά τι οδηγεί σε όλα αυτά; Οι φεμινιστικές οργανώσεις ωρύονται στα social media με αφορμή το #TradWife, και καλά κάνουν. Τα κοινωνικά κεκτημένα δεν είναι επιλογή, είναι δικαίωμα και υποχρέωση. Όμως ο φεμινισμός δημιούργησε και τη Μαίρη Παναγιωταρά. Η οποία ναι μεν είναι εργαζόμενη (άρα ανεξάρτητη), αλλά παραμένει και απολύτως υπεύθυνη για όλες τις δουλειές του σπιτιού και την καθημερινή φροντίδα των παιδιών. Μια γυναίκα, δηλαδή, που τρέχει απ΄ το πρωί ως το βράδυ και νιώθει κάθε στιγμή εξουθενωμένη. Η άλλη επιλογή είναι να δώσει όλο τον μισθό της σε νταντάδες.

Και ερχόμαστε στην εποχή της κρίσης. Η σημερινή Μαίρη Παναγιωταρά (στην Ελλάδα, στη Βρετανία, στις ΗΠΑ και αλλού) πιθανότατα είναι άνεργη, η υποαμοιβόμενη, άρα νιώθει ανασφαλής. Και η ανασφάλεια, όπως ξέρουμε, δεν είναι σύμμαχος της προόδου. Βάλτε στην εξίσωση και τα social media και να πώς γιγαντώνονται απ΄ τη μια στιγμή στην άλλη τα οπισθοδρομικά κινήματα. Ας μην πάμε μακριά… θυμηθείτε τι έγινε πριν από λίγο καιρό στην Αθήνα με την αφίσα κατά των αμβλώσεων στο μετρό.

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5