- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Χρύσανθος Πανάς: Ιστορίες για τη Ζαΐρα, το Athénée, τoν Takis και τις καμπάνες του Island
Ο Χρύσανθος Πανάς, χωρίς παύσεις
Ο Χρύσανθος Πανάς είναι η χαρά του δημοσιογράφου, όταν του παίρνεις συνέντευξη, και η καταστροφή του, όταν προσπαθείς να την απομαγνητοφωνήσεις. Πρώτον γιατί μιλάει γρήγορα και δεύτερον γιατί δεν ξέρεις τι ν’ αφήσεις έξω και τι να κρατήσεις. Όλα όσα λέει είναι ενδιαφέροντα. Τον επισκέφτηκα μια Κυριακή πρωί, στο σπίτι του στο Κολωνάκι και τον βρήκα πάνω από τυπογραφικά δοκίμια, να κάνει τις τελευταίες διορθώσεις του βιβλίου που έγραψε, με τίτλο «Κινηματοθέατρον Ζαΐρα», και θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι η ιστορία της οικογένειάς του, έκανε μεγάλη έρευνα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και την παρουσιάζει τεκμηριωμένη με έγγραφα και φωτογραφίες.
Το διαμέρισμα είναι υπέροχο, το φως μπαίνει από παντού, οι τοίχοι είναι γεμάτοι από πίνακες και έργα τέχνης, μη ρωτάτε να σας πω ονόματα, είδα κάπου έναν Τσαρούχη, μπροστά στο τζάκι ένα σήμα του Takis, κάπου πήρε το μάτι μου ένα έργο του Βασίλη Φωτόπουλου, είδα μια συλλογή από βυζαντινές εικόνες, αλλά για τα άλλα, που ήταν πιο μοντέρνα, ντράπηκα να ρωτήσω. Ο Χρύσανθος Πανάς μιλάει στο τηλέφωνο, πίνω μια γουλιά από τον υπέροχο εσπρέσο, δοκιμάζω το κέικ και τα βουτήματα, κάποια στιγμή το τηλεφώνημα τελειώνει, έρχεται και κάθεται δίπλα μου, πατάω το κουμπί του μαγνητοφώνου.
Ο Χρύσανθος Πανάς μιλάει στην Athens Voice
— Τι είναι αυτό το βιβλίο που ετοιμάζεις;
Είναι η ιστορία της οικογένειάς μου, περισσότερο από την πλευρά του πατέρα μου. Ο πατέρας μου, ο Διονύσης Πανάς, ήταν πλούσιος εισοδηματίας, ενώ η μητέρα μου, Ρένα Τοσουνίδου, προερχόταν από οικογένεια προσφύγων που είχαν έρθει από τη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν από πλούσια οικογένεια αλλά τα είχαν χάσει όλα. Έτσι, όταν έφτασαν στην Αθήνα, η μητέρα μου άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος στην Παναθηναϊκή, ένα πολυκατάστημα που είχε ο παππούς Πανάς κοντά στην Ομόνοια. Εκεί τη γνώρισε ο πατέρας μου, την ερωτεύτηκε και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Ο παππούς και η γιαγιά Πανά, δεν είδαν με καλό μάτι αυτή την απόφαση. Ανήκαν σε ανώτερη τάξη, ήταν πολύ πλούσιοι και πολλά μέλη της οικογένειας είχαν διακριθεί όχι μόνο στις επιχειρήσεις αλλά και στις τέχνες και στις επιστήμες. Τους κακοφάνηκε που ο πατέρας μου ήθελε να παντρευτεί μια φτωχή προσφυγοπούλα. Αλλά ο πατέρας μου ήταν ανοιχτόμυαλος και συγχρόνως είχε τη δύναμη να αμφισβητήσει τη γνώμη τους. Έτσι ο γάμος έγινε, γεννήθηκε ο αδελφός μου, ο Σπύρος, και μετά εγώ.
― Αναφέρεις συνέχεια τον αδελφό σου τον Σπύρο...
Τον Σπύρο δεν θα σταματήσω ποτέ να τον αναφέρω, γιατί όλες τις επιχειρήσεις τις έχουμε κάνει μαζί, είμαστε δύο σώματα και ένα μυαλό, δεν μπορεί ο ένας χωρίς τον άλλο, είναι καρμικό αυτό που μας ενώνει.
Από μικρά παιδιά λοιπόν, από την οικογένεια του πατέρα μου ακούγαμε ιστορίες για επιχειρήσεις και μεγαλοαστούς. Από την άλλη, είχαμε την οικογένεια της μάνας μου, που ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά ξεριζωμένοι από τον τόπο τους και ταλαιπωρημένοι. Μάθαμε από νωρίς ότι το νόμισμα της ζωής έχει δύο πλευρές, άλλες φορές η τύχη φέρνει κορόνα και άλλες γράμματα. Όταν το δεις και το βιώσεις αυτό, γίνεσαι όχι μόνο πιο σοφός, αλλά και πιο ευαίσθητος. Μάθαμε επίσης από τη μάνα μας, να είμαστε συγκαταβατικοί με τους άλλους και να πιστεύουμε στην οικογένεια. Αφού καμιά φορά, όταν η μάνα μου καλούσε τις θείες μου στο σπίτι, της λέγαμε: «Μα γιατί τις καλείς; Αφού σε σνομπάρουν!» Και η μάνα μου απαντούσε: «Δεν έχει σημασία. Η οικογένεια είναι οικογένεια, ό,τι και να συμβαίνει, πρέπει να μένει ενωμένη».
― Γιατί οι θείες σνόμπαραν τη μητέρα σου;
Γιατί προέρχονταν από μια παλιά αριστοκρατική οικογένεια που οι ρίζες της ξεκινούν το 1305 στην Καταλονία της Ισπανίας. Γύρω στο 1500, όταν οι Καταλανοί κυρίευσαν τα Επτάνησα και τη Σικελία, ήρθαν στην Κεφαλονιά. Λέγονταν Pana και στην Κεφαλονιά το όνομα ελληνοποιήθηκε, προστέθηκε ένα σίγμα στο τέλος και έγινε Πανάς. Κάποια στιγμή μετακόμισαν στην Καστέλα και ο παππούς Πανάς, το 1930, άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο –από εισαγωγές καφέδων μέχρι καταστήματα ρούχων, ειδών σπιτιού– κι απέκτησε τεράστια περιουσία. Έκανε 6 παιδιά και υιοθέτησε άλλο ένα, έτσι για να κάνει ένα καλό, ένα ψυχικό. Είχε λοιπόν 4 αγόρια και 3 κορίτσια. Τα αγόρια ασχολούνταν με το εμπόριο και τα κορίτσια με τις τέχνες. Ζωγράφιζαν, έπαιζαν πιάνο, διάβαζαν βιβλία, μιλούσαν ξένες γλώσσες. Όλα φυσικά κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα της γιαγιάς Χρυσάνθης, της οποίας πήρα και το όνομα.
Ήταν η ηγετική φυσιογνωμία της οικογένειας, παλιά αρχόντισσα από τη Ζάκυνθο. Ο παππούς, από την άλλη, ήταν ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Εκτός από το εμπόριο στο οποίο διέπρεψε και έγινε πάμπλουτος, του άρεσε πολύ το κυνήγι. Αγόρασε λοιπόν μια μεγάλη έκταση στο Γαλάτσι, για να πηγαίνει να κυνηγάει μπεκάτσες!
― Μπεκάτσες στο Γαλάτσι; Ακούγεται εξωγήινο!
Το Γαλάτσι εκείνη την εποχή ήταν ακατοίκητο, εξοχή, κι έτσι ο παππούς έφτιαξε ένα σπίτι στην οδό Κυπριάδου, για να μένει όταν πήγαινε να κυνηγήσει. Μέχρι τη δεκαετία του ’50 όμως, η περιοχή αναπτύχθηκε και είχαν σπίτια εκεί ο Παπαλουκάς, ο Κόντογλου, ο Καραγάτσης και άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες. Μάλιστα τα περισσότερα σπίτια τα είχε φτιάξει ο Πικιώνης, που έμενε κι αυτός κοντά.
― Δημιούργησε κατάσταση στην Κυπριάδου ο παππούς...
Ναι. Και την περίοδο του πολέμου, όλη η οικογένεια έφυγε από την Καστέλα και πήγαν να μείνουν εκεί, στο σπίτι της Κυπριάδου. Παρά τον πόλεμο και τη γερμανική Κατοχή, ο παππούς δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Έφτιαξε ένα από τα πρώτα θερινά σινεμά, τη Ζαΐρα, που ήταν και θέατρο, με σκηνή, καμαρίνια κ.λπ. Ζαΐρα έλεγαν μία από τις κόρες του, που την υπεραγαπούσε. Έφτιαξε κι ένα κινηματογραφικό στούντιο, όπου γυρίστηκαν «Οι απάχηδες των Αθηνών» – η πρώτη ταινία στην οποία έπαιξε ο Κωνσταντάρας με την Καλουτά. Δεν σταμάτησε όμως στα καλλιτεχνικά. Έφτιαξε ένα φαρμακείο δίπλα στο σινεμά, έφτιαξε εστιατόρια, μαγαζιά σαν τα σημερινά music halls, καταστήματα ετοίμων ενδυμάτων, δεν σταμάταγε, το ένα έφερνε το άλλο. Ο πατέρας μου δούλευε κι εκείνος στις επιχειρήσεις του παππού μου, κι όταν παντρεύτηκε, έπιασε κι αυτός ένα σπίτι, πού αλλού; Στην Κυπριάδου. Εκεί ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια ο Σπύρος κι εγώ, ανάμεσα στα δέντρα και στις μονοκατοικίες.
― Μα ήταν όλα τόσο ειδυλλιακά;
Όχι πάντα. Συνέβησαν δύο φοβερά γεγονότα, τα οποία στιγμάτισαν για πάντα την οικογένεια. Ο θείος μου ο Δημήτρης, αδελφός του πατέρα μου, αυτοκτόνησε με πιστόλι σε ηλικία 39 χρονών. Ποτέ δεν μάθαμε την αιτία, η κουβέντα για τον θείο Δημήτρη ήταν ταμπού, από κάτι μισόλογα καταλάβαμε ότι ήταν όμορφος και ευαίσθητος.
Είχαμε όμως και άλλη μια αυτοκτονία: Η θεία μου και νονά μου, η Ζαΐρα, η αγαπημένη κόρη του παππού, στα 55 της αυτοκτόνησε κι αυτή με χάπια. Εξαιρετική αρχιτεκτόνισσα, ήταν στην ομάδα που σχεδίασε την Τράπεζα της Ελλάδος. Ούτε γι’ αυτή μάθαμε τα αίτια της αυτοκτονίας. Ο παππούς μου κατέρρευσε και λίγα χρόνια αργότερα πέθανε απ’ τον καημό του. Η τεράστια περιουσία μοιράστηκε, όλοι πήραν ακίνητα και χρήματα κι έγιναν εισοδηματίες, κοινώς έτρωγαν από τα έτοιμα. Τότε είδαμε με τον αδελφό μου πόσο γρήγορα τελειώνουν τα έτοιμα χρήματα, όσα και να έχεις. Το χρήμα δεν αυγατίζει από μόνο του, πρέπει να δουλεύεις συνέχεια.
― Οι άλλοι δύο θείοι σου πού δούλευαν;
Ο θείος ο Γιάννης ασχολήθηκε με τις κινηματογραφικές αίθουσες και ο θείος ο Βαγγέλης είχε στη γωνία Μητροπόλεως και Αιόλου ένα κατάστημα που ειδικευόταν στις εθνικές φορεσιές. Ήξερε τόσο πολλά, που μερικές φορές μέχρι και από το Μουσείο Μπενάκη ζητούσαν τη γνώμη του για την αυθεντικότητα κάποιων πραγμάτων. Ο πατέρας μου, πάλι, σιγά σιγά τα παράτησε και περιορίστηκε να τρώει από τα έτοιμα. Έκανε όμως και κάτι σημαντικό. Μας πήρε αρχές του 1980 από την Κυπριάδου, που είχε γίνει πλέον πένθιμη έπειτα από τόσους θανάτους, και πήγαμε οικογενειακώς στο Καβούρι, όπου ήταν το εξοχικό μας, με σκοπό να το κάνουμε μόνιμη κατοικία. Δυστυχώς όμως είχε προβλήματα με την υγεία του κι έτσι τον έχασα νωρίς – δεν ήμουν ούτε 24 χρονών όταν πέθανε. Τα υπόλοιπα θα τα διαβάσετε στο βιβλίο. Το οποίο πρέπει να πω ότι δεν το έγραψα για να κάνω φιγούρα. Μέσα από την ιστορία της οικογένειάς μου περνάει και η ιστορία της Ελλάδας. Πιστεύω επίσης πως μόνο όταν ξέρεις το παρελθόν σου μπορείς να σχεδιάσεις το μέλλον σου.
― Πώς ήταν το Καβούρι τη δεκαετία του ’80;
Εκείνη την εποχή, το Καβούρι ήταν υπέροχο, το σπίτι μας ήταν 50 μέτρα από τη θάλασσα, υπήρχε μια κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα. Τον χειμώνα, που είχε λίγο κόσμο, ήταν σαν χωριό, αλλά όχι σαν χωριό της Ελλάδας, ήταν σαν το Σεν Τροπέ, είχε αυτή την αύρα. Μεγαλώσαμε κάνοντας αθλητισμό στον Ναυτικό Όμιλο Βουλιαγμένης, που ήταν μια λέσχη ιδιωτική, δεν μπορούσε να μπει ο καθένας, πλήρωνες συνδρομή. Από την άλλη, επειδή ήταν ναυταθλητικός όμιλος, κάναμε μαθήματα κολύμβησης και ιστιοπλοΐας. Ο πατέρας μου πλήρωνε με ευχαρίστηση τα δίδακτρα, ήταν πάντα ανοιχτό μυαλό, ήθελε να μάθουμε πράγματα, μας είχε αφήσει ελεύθερους, δεν μας καταπίεζε, περνούσαμε πολύ καλή ζωή.
― Πώς εσείς, δυο πιτσιρίκια, ξεκινήσατε το Island;
Σχολείο πήγαμε στη Βουλιαγμένη και ήμασταν πολύ καλοί μαθητές και οι δύο. Εγώ κάποιο διάστημα στο γυμνάσιο ήμουν κάπως αδιάφορος, αλλά στο λύκειο κατόρθωσα κι έγινα ο καλύτερος μαθητής της τάξης. Τα καλοκαίρια λοιπόν, που μαζευόταν κόσμος, δεν υπήρχε ένα μέρος για να διασκεδάσουμε εμείς οι νέοι. Οι υπεύθυνοι στον Όμιλο είδαν πως ο αδελφός μου ήταν δραστήριος, είχε παρέες, του άρεσε η μουσική, ήταν και dj, τον πιάνουν και του λένε: «Εσείς τα παιδιά δεν φτιάχνετε έναν χώρο, ένα μπαρ, για να μη φεύγετε και πηγαίνετε στη Γλυφάδα για να διασκεδάσετε;». Μου λέει ο αδελφός μου: «Μου έκαναν αυτήν την πρόταση και λέω να δεχτώ». Του απαντάω: «Κι εγώ μαζί σου, όπου θέλεις να βοηθήσω!». Έτσι ο Σπύρος ξεκίνησε την επιχειρηματικότητα κι εγώ τον ακολούθησα. Μιλάμε τώρα για μικρές ηλικίες, εγώ ήμουν 20 και ο αδελφός μου 22.
― Γιατί το ονομάστε Island;
Θέλαμε να θυμίζει ελληνικό νησί, να θυμίζει Ελλάδα. Θυμάμαι, όταν το φτιάχναμε, έπεφτε ο ήλιος, βάζαμε μια κασέτα με ατμοσφαιρική μουσική και βάφαμε λευκά τα κενά ανάμεσα στις πλάκες Καρύστου, έτσι όπως το κάνουν στα νησιά. Ήταν όλα μαγικά, πραγματικά νόμιζες ότι ήσουν σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Γι’ αυτό και είχε τεράστια επιτυχία. Όμως τη δεύτερη χρονιά δεν μπορούσαμε να το ανοίξουμε μέσα στον Όμιλο, είχε γίνει club.
Ο πατέρας μου, που είχε έναν φίλο με ξενοδοχείο στη Βουλιαγμένη, μας λέει: «Συνεννοήθηκα μαζί του, θα πάτε εκεί να φτιάξετε το μπαρ». Ήθελε να μας βοηθήσει, αλλά ήθελε και να μας έχει κοντά του για να μπορεί να μας ελέγχει, και καλά έκανε. Είχαμε τελειώσει τις σπουδές μας, δεν μας εμπόδισε να κάνουμε το μπαρ, ήθελε όμως να μην μπλέξουμε μ’ αυτό που λέγεται «νύχτα». Μας έμαθε ότι, όποια δουλειά κι αν κάναμε, δεν έπρεπε να παρανομούμε, οφείλαμε να είμαστε τυπικοί στις υποχρεώσεις μας και να τηρούμε τους νόμους και τους κανόνες, γιατί μόνο έτσι οι επιχειρήσεις αλλά και η Ελλάδα μπορούν να πάνε μπροστά.
― Γαστρονομίας είπες; Δεν πάμε στο Athénée να φάμε;
Πάμε, αλλά δεν θα έχω πολύ χρόνο να μιλήσουμε, πρέπει να κατέβω στο Island. (Πηγαίνουμε με τα πόδια, καθόμαστε απέναντι από το αιολικό έργο του Takis. Μου δείχνει τον χώρο.) Όταν πήραμε το Zonars τι θέλαμε; Να αναβιώσουμε το κέντρο της Αθήνας και να κάνουμε μια καινούργια αστική γειτονιά. Πώς θα γινόταν αυτό; Θα φέρναμε μόνο πλούσιους; Όχι φυσικά. Θέλαμε να έρχονται εδώ και άνθρωποι του πνεύματος, καλλιτέχνες.
Έβλεπα γύρω μας τα θέατρα και, όταν τελείωναν τις παραστάσεις, οι ηθοποιοί δεν είχαν πού να πάνε. Εμείς καταφέραμε και τους τραβήξαμε προς το μαγαζί με χίλιους τρόπους. Κάναμε ειδική έκπτωση στους καλλιτέχνες, κάναμε μενού after theater για τους θεατές, κάναμε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας. Ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μας το κάναμε για να βοηθήσουμε. Και η ανταμοιβή μας είναι ότι όλοι οι καλλιτέχνες μάς εκτιμούν και μας αγαπάνε.
― Θέλεις να πούμε για την αλλαγή του ονόματος;
Δυστυχώς, βλέποντας την επιτυχία μας, η εταιρεία που είχε αγοράσει το όνομα Zonars έκανε ασφαλιστικά μέτρα και μας είπαν ότι δεν μπορούμε πια να το χρησιμοποιούμε. Όταν το χάσαμε μπορεί να στενόχωρήθηκα αλλά ένιωσα κι ένα είδος λύτρωσης. Ήθελα ν’ αφήσω το δικό μου αποτύπωμα σ’ αυτό το μαγαζί και δεν ήθελα αυτό το αποτύπωμα να λέγεται Zonars. Εξάλλου ο κόσμος που πήγαινε εκεί δεν πήγαινε για την επιχείρηση, πήγαινε για το σημείο. Έτσι το ονόμασα Athénée, που σημαίνει «το εντευκτήριο της Αθηνάς». Δεν το ονόμασα Panas, δεν μου άρεσε να λένε «πάμε στο εστιατόριο του Πανά»! Πιστεύω ότι το όνομά μας θα μείνει από αυτά που κάναμε, όχι από μια επιγραφή.
― Το γλυπτό του Takis πώς προέκυψε;
Αρχίσαμε να διαμορφώνουμε τον χώρο της Βουκουρεστίου. Βοηθήσαμε τον δήμαρχο να λειτουργήσει ξανά το σιντριβάνι μπροστά στο Hermes, βάλαμε με δικά μας έξοδα αυτόματα ποτίσματα στα πλατάνια, προσπαθήσαμε να βάλουμε μια τάξη στα μηχανάκια, να μην τα αφήνει ο καθένας όπου ήθελε. Έπειτα από πολλή ταλαιπωρία, πήγα στον δήμαρχο, Χάρη Δούκα, και του είπα ότι προσπαθούμε 5 χρόνια να βάλουμε ένα γλυπτό του Takis στον δημόσιο χώρο.
Ο δήμαρχος κατάλαβε αμέσως το αίτημά μας και διευκόλυνε τη διαδικασία. Έτσι τοποθετήσαμε το αιολικό γλυπτό του Τakis, το οποίο δεν αγοράστηκε, παραχωρήθηκε με δικές μας ενέργειες από το Ίδρυμα Takis και ο δήμαρχος μας έδωσε την άδεια για την εγκατάσταση και τη διαμόρφωση του χώρου, την οποία κάναμε με δικά μας έξοδα. Επίσης την ασφάλεια και τη φύλαξή του την πληρώνουμε εμείς. Τώρα έχει ξεκινήσει μια κίνηση για να αγοραστεί το έργο και να μείνει εκεί για πάντα.
― Γιατί διάλεξες τον Takis και όχι κάποιον άλλο δημιουργό;
Γιατί είναι σπουδαίος καλλιτέχνης, τον είχα γνωρίσει, είναι Έλληνας με διεθνή ακτινοβολία. Σε όλες τις εκθέσεις που γίνονται τον συμπεριλαμβάνουν, τον αντιπροσωπεύει η White Cube, η πολύ γνωστή γκαλερί, και πρόσφατα στη Γαλλία έφτιαξαν μια εγκατάσταση με τα έργα του. Στη Γαλλία! Κι εδώ στην Ελλάδα, που είναι η πατρίδα του, δεν υπήρχε ούτε ένα έργο του σε δημόσιο χώρο. Έπρεπε να μπει αυτό το έργο, για να μάθει ο κόσμος τον Takis. Γιατί εδώ στο Athénée, στο εντευκτήριο της θεάς Αθηνάς, συνδυάζουμε την εστίαση με τον πολιτισμό! (Κοιτάει το κινητό του.) Τελειώσαμε;
― Δεν μου είπες για τις καμπάνες του Ιsland.
O χώρος του Island έχει άδεια για τουριστικές εγκαταστάσεις κι έτσι φέτος αποφασίσαμε, μετά την εστίαση, να επεκταθούμε και στη φιλοξενία. Έτσι, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ολοκληρώνεται μια σειρά από μπανγκαλόους, καμπάνες όπως τις έλεγαν παλιά, που θα είναι υπέροχα διαμερίσματα με προδιαγραφές υψηλής ποιότητας και θα φιλοξενούν Έλληνες και ξένους επισκέπτες. Θέλουμε έπειτα από μια εκδήλωση ή από ένα κουραστικό ταξίδι να κοιμάσαι σ’ αυτές τις καμπάνες και το πρωί που θα ξυπνάς να σε ανασταίνει ο χώρος και το περιβάλλον. Να αισθάνεσαι ανανεωμένος! Δεν μπορώ να το εξηγήσω, ούτε να πω περισσότερα, πρέπει να το ζήσεις για να το καταλάβεις.
― Περιμένω πρόσκληση!
Όταν θα είμαστε έτοιμοι, θα σε καλέσω. Τώρα σε πειράζει να φύγω εγώ και να κάτσεις εσύ να φας με την ησυχία σου;
― Μια τελευταία ερώτηση. Προσωπική ζωή έχεις;
Βλέπω κάθε μέρα τόσο πολλούς ανθρώπους, που δεν έχω χρόνο για προσωπική ζωή. Και, όπως λέει και ο Σεφέρης: «Τώρα συνήθισα μονάχος». Είμαι όμως ευτυχισμένος που ο γιος μου, ο Lil Koni, έχει μεγάλο ταλέντο στη μουσική αλλά και στη ζωγραφική. Επίσης έχουμε πολύ καλές σχέσεις με την πρώην σύζυγό μου, την Έλενα Σύρακα. Αυτά μου είναι αρκετά προς το παρόν. (Το κινητό του αρχίζει να χτυπάει.)
― Οι καμπάνες του Island!
Θα τα πούμε σύντομα εκεί!
Σηκώνεται, με χαιρετάει βιαστικός και φεύγει τρέχοντας. Αρχίζω να τρώω την ταλιάτα μου, ενώ το γλυπτό του Takis απέναντί μου συνεχίζει τον αέναο κύκλο του.