Η νεωτερικότητα της μόδας

Η νεωτερικότητα, όπως και η μόδα, είναι μια αντίληψη που φέρει την «αμφίεση» του «πάντα νέου»

Η ιστορία δείχνει ότι όταν υποχωρεί μια έκτακτη ανάγκη και αναδύεται κάτι καινούργιο, τα γούστα στη μόδα αλλάζουν σημαντικά

Για μια επιχείρηση που ασχολείται με την καινοτομία και την «αναστάτωση», η μόδα έχει υπάρξει εδώ και καιρό αξιοσημείωτα σταθερή. Μέχρι τώρα. Οι επιδείξεις μόδας έγιναν δημοφιλείς για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1950. Έκτοτε δεν έχουν ποτέ ακυρωθεί πλήρως, όπως έγινε τον Ιούνιο, και τα εργοστάσια που παράγουν τα περισσότερα από τα είδη ρουχισμού πολυτελείας στον κόσμο δεν είχαν σταματήσει ποτέ την παραγωγή, όπως συνέβη αυτή την άνοιξη στην Ιταλία και σε άλλα μέρη του κόσμου. Ακόμα και όταν οι Δίδυμοι Πύργοι έπεσαν στις 9/11, κάποιες επιδείξεις μόδας έλαβαν χώρα στη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια του γνωστού Fashion Week.

Το σοκ τώρα είναι διαφορετικό. Οι σχεδιαστές πολυτελών ειδών αναζητούν χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης. Τα πολυκαταστήματα υποβάλλουν αίτηση πτώχευσης. Το κόκκινο χαλί είναι άδειο. Είναι, άραγε, αυτό το τέλος της μόδας όπως το ξέραμε;

Ο Andrew Bolton, επιμελητής της επίδειξης μόδας «About Time: Fashion and Duration» που ήταν να πραγματοποιηθεί την άνοιξη στο Metropolitan Museum of Art, εξήγησε ότι η απόφαση του Met να εντοπίσει τις επαναλαμβανόμενες τάσεις της μόδας για μια περίοδο 150 ετών ήταν εμπνευσμένη από το «The Painter of Modern Life», ένα δοκίμιο που γράφτηκε από τον Charles Baudelaire το 1863. Σε αυτό το δοκίμιο ο Baudelaire χρησιμοποίησε τον όρο «νεωτερικότητα» (modernity), τον οποίο και όρισε ως «το εφήμερο, το φευγαλέο και το τυχαίο». «Για τον Baudelaire» λέει ο Bolton «η μόδα ήταν σήμα κατατεθέν της νεωτερικότητας λόγω της ατελείωτης επανάληψης του νέου».

Στην πραγματικότητα, όμως, η νεωτερικότητα είναι ακόμη παλαιότερη. Η λέξη «μοντέρνο» σήμαινε «το τελευταίο (πιο πρόσφατο) πράγμα» από τα τέλη του 16ου αιώνα (και χρονολογείται σαν λέξη από τα μεσαιωνικά αγγλικά). Η νεωτερικότητα, όπως και η μόδα, είναι μια αντίληψη που φέρει την «αμφίεση» του «πάντα νέου». Πότε, όμως, σταματά και πότε ανανεώνεται η «νεωτερικότητα»;

Ο Luke Leitch γράφει στο άρθρο του στο περιοδικό 1843 του Economist ότι, χρησιμοποιώντας τη μόδα ως οδηγό –όπως έκανε και ο Baudelaire–, μπορούμε να δούμε ότι οι κρίσεις συχνά οδηγούν σε μεγάλες αλλαγές. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και, φυσικά, την ισπανική γρίπη, τα πέπλα ήταν στη μόδα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα πριν από την άνοδο της Αμερικής ως παγκόσμια δύναμη, την έλευση της εποχής της τζαζ και τη συγκλονιστική εμφάνιση του Flapper dress και των Oxford bags (χαλαρά παντελόνια που παρέμειναν και αυτά στη μόδα για πολύ λίγο καιρό).

Ευτυχώς, δεν ακολούθησε καμία πανδημία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά μετά τη μεγάλη αυτή παγκόσμια αναστάτωση, η μόδα επανεμφανίστηκε με μια καινούργια «αμφίεση»: με το «New Look» του Christian Dior, το οποίο ήταν ένα ριζοσπαστικό look και μια «μπηχτή» στο στιλ του ’20 και του ’30. Ο Dior καθόρισε αποτελεσματικά τη «φορετή ομορφιά», μέχρι που ο Yves Saint Laurent πήρε τα ηνία της «νεωτερικότητας» στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μια περίοδο όπου ο κόσμος όδευε προς μια ακόμη στιγμή αναταραχής. Η ιστορία δείχνει ότι όταν υποχωρεί μια έκτακτη ανάγκη και αναδύεται κάτι καινούργιο, τα γούστα αλλάζουν σημαντικά. Αυτό που μέχρι πρόσφατα θεωρείτο «le dernier cri» (η τελευταία λέξη της μόδας), ξαφνικά φαίνεται πεπερασμένο. Ένα σοκ φαίνεται να είναι ικανό να εξαλείψει παλιές συνήθειες και γούστα, «καταστρέφοντας» τον παλιό κόσμο και χτίζοντας έναν νέο από τα ερείπια.


*Με στοιχεία από το 1843