Φαναριώτικη μόδα στη Βλαχία της Ελληνικής Επανάστασης

Γιορτάζουμε τη Μεγάλη Επέτειο με μια ανοιξιάτικη βουτιά στην Ιστορία.

Ελληνική Επανάσταση 1821: Glamorous Φαναριώτικη Μόδα και Πολυτέλεια στη Βλαχία.

Το «Glamazon» γιορτάζει τη Μεγάλη Επέτειο με μια ανοιξιάτικη βουτιά στην Ιστορία. Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι γνώσεις αλλά και το ενδιαφέρον για την ιστορική γνώση είναι επαρκείς στα σχολικά χρόνια, εκτός κι αν αργότερα επιλέξεις για σπουδές το Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Από την πραγματικά πλούσια Ιστορία γύρω από την Επανάσταση του 1821, οι περισσότεροι μαθαίνουμε μάλλον κάτι σπαράγματα, ίσα που να διατηρούμε μια αξιοπρεπή στάση που θα μας επιτρέπει να μην μπερδευόμαστε με την 28η Οκτωβρίου. Αν και πάλι, ούτε κι αυτό είναι σίγουρο...

Η στήλη τιμά τα 200 Χρόνια από την Επανάσταση του 1821 με το αντικείμενό της. Glamorous Φαναριώτικη Μόδα και Πολυτέλεια στη Βλαχία. Όπου Βλαχία η σημερινή Ρουμανία. Ανατρέχω, για τελευταία φορά, στα σχολικά χρόνια και θυμάμαι, μέσα σε ιστορική αχλή, τον όρο Μολδοβλαχία, τους Φαναριώτες ηγεμόνες και μέσα εκεί τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Αργότερα, κάποια σποραδικά ακούσματα από φιλίστορες, σε κάτι κουραστικά τραπέζια, δεν συνέδεαν τους Φαναριώτες με το εθνικά καλό, τα τρεχάματα της ζωής έσβηναν κάθε διάθεση για την αναζήτησή της ιστορικής αλήθειας.

Εννοείται ότι δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως μια μέρα θα ξεφύλλιζα μια εξαιρετική έκδοση σαν κατάλογο haute couture διάσημου οίκου ανατολίτικης έμπνευσης α λα Οτομάν. Μια συλλογή των ενδυμασιών που φορούσαν τα μέλη μεγάλων οικογενειών, όπως Καρατζά, Υψηλάντη, Μουρούζη, Σούτσου, που ηγεμόνευαν στη Βλαχία για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τουλάχιστον δύο αιώνες, επηρεάζοντας και ίσως επιβάλλοντας τον τρόπο ντυσίματος και συμπεριφοράς στους Βογιάρους, την τοπική ελίτ, αλλά και σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς «ζυμώνεται» η Ελληνική Επανάσταση, στους κόλπους των μεγάλων οικογενειών,  που ενσωματώνουν, πια, τον αέρα της Ευρώπης, η ενδυμασία εγκαταλείπει την ανατολίτικη επιρροή της Υψηλής Πύλης στην Κωνσταντινούπολη και αρχίζει να  επηρεάζεται από την Εσπερία, τη Δύση. Είναι η εποχή που η γαλλοφωνία σαρώνει τη Ρωσική αριστοκρατία, που περιβάλλει τον Τσάρο, για να επηρεάσει με τη σειρά της περιοχές όπως η Μολδαβία κι η Βλαχία, όπου καταφθάνουν Ρώσοι αξιωματικοί.

«Τότε, στο Βουκουρέστι, στη Βραΐλα, στο Ιάσιο και σε άλλες κοσμοπολίτικες πόλεις της Βλαχίας, οι κυρίες της καλής κοινωνίας, σύζυγοι, κόρες των αρχόντων, φορούσαν συνήθως λευκό φόρεμα, στολισμένο στον ποδόγυρο με φαρδύ κέντημα, κάτω από το οποίο είχαν δαντελωτή φανέλα που τους έκρυβε τον λαιμό και που τονιζόταν από το όμορφο σάλι ή από μία κομψή, κοντή γούνα. Εξακολουθούσαν όμως να σκεπάζουν το κεφάλι με κάτι που θύμιζε λαϊκό, παραδοσιακό τσεμπέρι, ένα μικρό φακιόλι από μουσελίνα με τυπωμένα σχέδια, στολισμένο τις περισσότερες φορές με κεντήματα του οποίου ο κομψός κόμπος αναδείκνυε την ομορφιά του δέρματος, ενώ στα πόδια είχαν λεπτεπίλεπτα ανατολίτικα παπούτσια πάνω από μία λεπτή βαμβακερή κάλτσα».

Την πολύ αξιόπιστη περιγραφή του François Recordon, Γάλλο-Ελβετού γραμματέα του ηγεμόνα Ιωάννη Καρατζά, διασώζει στο έξοχο βιβλίο του ο Ρουμάνος καθηγητής Tudor Dinu, «Μόδα και Πολυτέλεια στη Βλαχία της Ελληνικής Επανάστασης», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό Οίκο Ακρίτας-Πορφύρα.

Ploiesti Arta -Nicolae Polcovnicul, Anonim fam. Sulescu, barbat cu turban

Το βιβλίο είναι μια πολυτελής έκδοση, ένα λεύκωμα γεμάτο εικόνες και πληροφορίες. Ένα κόσμημα με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση. Δίνει την ευκαιρία, εκτός από την Ιστορία της Βλαχίας, να γνωρίσουμε τον ίδιο τον Ρουμάνο συγγραφέα Tudor Dinu, για δεύτερη φορά. Προηγήθηκε, πριν από τέσσερα χρόνια, η έκδοση του πρώτου βιβλίου «Οι Φαναριώτες στη Βλαχία και στη Μολδαβία» από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

Γεννημένος το 1978, ο καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, θα μπορούσε να θεωρηθεί πρεσβευτής της Ελλάδας, εάν φυσικά το ελληνικό Κράτος αποφάσιζε να ενσωματώσει και να δραστηριοποιήσει τέτοιες σημαντικές επιστημονικές μονάδες. 

Glavacioc, Arges, 1843

Άψογος χειριστής της ελληνικής γλώσσας, με σημαντικό ερευνητικό έργο, ο καθηγητής αναδεικνύει την πλούσια πολιτισμική παράδοση που καλλιέργησαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, που αποτελούν τη σημερινή Ρουμανία, οι εξέχουσες ελληνικές οικογένειες του Φαναριωτών.

Ο Tudor Dinu αναζήτησε, εντόπισε και κατάρτισε τον μοδάτο κατάλογο αστικού ντυσίματος της εποχής. Εισχωρώντας βαθύτερα στα χαρακτηριστικά εκείνης της κοινωνίας, παρουσιάζει επίσης τη συλλογή πορτρέτων που φιλοτεχνούσαν οι αρχοντικές οικογένειες σε διάσημους ευρωπαίους ζωγράφους οι οποίοι ζούσαν για μια περίοδο στο Βουκουρέστι και αναλάμβαναν τις προσωπογραφίες των μελών της οικογένειας του ευγενούς. 

Ήταν η συνέχεια μιας παράδοσης που χρονολογείται νωρίτερα, από το 1709. Έως το 1821, στα διακόσια χρόνια  που κυβέρνησαν τις Ρουμανικές Ηγεμονίες, οι Φαναριώτες στόλιζαν τους Ναούς με αναθηματικούς πίνακες. Η οικογένεια, με το αφιέρωμα στον τοίχο του Ναού, άφηνε στην Ιστορία και στους απογόνους, τα πρόσωπά της. Στις φωτογραφίες που έχει συλλέξει ο συγγραφέας και στα δύο βιβλία του, βλέπουμε οικογένειες ηγεμόνων, τοπικών αρχόντων (ονομάζονταν βογιάροι),  αρχιερέων, στρατιωτικών, αλλά και μικρότερων αρχόντων, εμπόρων, τεχνητών, μικροακτημόνων, βοσκών και κληρικών που ποζάρουν καμαρωτοί μπροστά στον ζωγράφο με τις όμορφες φορεσιές, τα κοσμήματά τους και επιδεικνύοντας την κόμμωση αλλά και τα όπλα τους.

Η μαρτυρία του Άγγλου γιατρού William Mac Michael, ο οποίος παρευρίσκεται τον Ιανουάριο 1818 σε θεατρική παράσταση και μένει εντυπωσιασμένος από την «εξόφθαλμη ανάμειξη γαλλικών και ανατολικών ενδυμάτων των γυναικών που κάθονταν κουλουριασμένες σε ντιβάνια», είναι γεμάτη εικόνες: «Τα μαλλιά τους ήταν πλούσια στολισμένα με κοσμήματα και φορούσαν μεταξωτά ρούχα που είχαν πιθανόν κατασκευαστεί στη Βιέννη, προσαρμοσμένα με μία ελληνική ζώνη και τούρκικα παπούτσια».

Μαθαίνουμε για τις πουκαμίσες, τα μεσοφόρια, τα πανωφόρια, τις γυναικείες φορεσιές, χρυσοκέντητες με φυτική πολύχρωμη διακόσμηση, τα μεταξένια αντερί, είδος φαρδιάς πουκαμίσας, τα φορέματα πιρπιρί από μαύρη τσόχα και διάκοσμο από φύλλο χρυσού και τσεπκένι, δηλαδή γιλέκο με μανίκια, το οποίο έφτανε και μέχρι τα γόνατα. Για τον φερμενέ, τύπο σχεδόν ολόσωμου γιλέκου. 

Στα ελάχιστα ενδύματα που εκτίθενται σήμερα στη Ρουμανία, όπως λέει ο Dinu, περιλαμβάνεται και ο περίφημος τζουμπές, ένα μακρύ παλτό, θα λέγαμε, με μανίκια ή μπέρτας, χωρίς μανίκια, που έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Φορέθηκε ευρέως στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας έως και το τέλος του 19ου αιώνα. 

Η πλούσια ανατολίτικη γκαρνταρόμπα των πλουσίων ανδρών της Βλαχίας δεν εγκαταλείπεται στη λήθη. Ο Γάλλο-Ελβετός Recordon περιγράφει: «Πάνω από το μεταξωτό πουκάμισο και τα κόκκινα φαρδιά τούρκικα σαλβάρια, που κατέληγαν σε κίτρινα τσουράπια από δέρμα, φορούσαν ένα μακρύ τούρκικο γιλέκο που έφτανε μέχρι τα πόδια (το αντερί), το οποίο έδεναν στη μέση με ένα ινδικό σάλι (τακλίτ στα τουρκικά). Τον χειμώνα πάνω από το γιλέκο φορούσαν δύο ή ακόμη και τρία γούνινα παλτά από ζιμπελίνα ή άλλες πολύ ακριβές γούνες. Στο κεφάλι φορούσαν κατ’ αρχάς ένα κόκκινο φέσι, το οποίο δεν έβγαζαν ποτέ, και πάνω από αυτό έναν κοντό γούνινο σκούφο σχεδόν σφαιρικό, με περίμετρο τουλάχιστον πέντε πόδες, το μπασλίκι. Τα πλέον συνήθη υποδήματά τους ήταν μποτάκια ή κίτρινες ελαφριές παντόφλες που συνήθιζαν να αφήνουν στην είσοδο του διαμερίσματος, ιδιαίτερα εάν στο εσωτερικό του είχαν στρώσει χαλιά».

Και η ματιά του Sir Robert Ker Porter σε κείμενο του 1820, που εντόπισε με την έρευνά του ο καθηγητής Dinu, εξαιρετική:
«Οι τεράστιοι σκούφοι ή οι υπέροχες γούνες τους (τζουμπέδες με γούνινη επένδυση) δεν εμπόδιζαν τους άρχοντες να χορεύουν χορούς άρτι εισαγόμενους από τη δυτική Ευρώπη (καντρίλιες, κοτιγιόν, αντικριστούς αγγλικούς χορούς, βαλς). Μόλις άρχιζε η μουσική πετούσαν μακριά τα περιττά ρούχα μένοντας μόνο με το αντερί με μια υπέροχη ζώνη δεμένη στη μέση, πάνω από την οποία φορούσαν μόνο μια κομψή και καλόγουστο ζακέτα, κόκκινη, γκρίζα ή άλλου χρώματος με εμφανέστατα κεντήματα».

Urlati Nalani

Μετά την Επανάσταση του 1821 αποδυναμώνεται η οθωμανική κυριαρχία και, όπως εξηγεί ο συγγραφέας, καταργεί τις πολιτικές πιέσεις για τους άρχοντες που επέλεγαν την ανατολίτικη ενδυμασία από υποχρέωση για να αποδείξουν την αφοσίωση τους στην Υψηλή Πύλη. Όμως το «καφτάνι» και το «καλπάκι», επειδή αντιπροσώπευαν συμβολικά την κοινωνική τους τάξη δεν μπορούσαν να ξεριζωθούν τόσο εύκολα. Αντίθετα, όπως περιγράφεται στο «Μόδα και Πολυτέλεια» οι νέοι που προέρχονται από αναδυόμενες κοινωνικές τάξεις, όπως των εμπόρων, δεν αισθάνονται τόσο προσδεδεμένοι στην ανατολίτικη ενδυμασία και για αυτό δεν δυσκολεύονται να πρωτοπορήσουν. Έτσι μετά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα στο Βουκουρέστι, οι μισοί κάτοικοι φορούσαν πλέον καπέλα και ζακέτες, ακολουθώντας αυστηρά τη μόδα του Παρισιού κι οι άλλοι μισοί καλπάκι και βελούδο.

Είναι τόσο ωραία δουλειά αυτό το βιβλίο και τόσο καλογραμμένο, που κι αν ακόμη δυσκολεύεσαι με την Ιστορία σε κερδίζει η Ιστορία της Μόδας στη Βλαχία. Καλή ανάγνωση... 

Tudor Dinu, «Μόδα και Πολυτέλεια στη Βλαχία της Ελληνικής Επανάστασης», εκδόσεις Ακρίτας-Πορφύρα