Πρεμιέρα τον Μάιο του 2026
Ο Διάβολος φοράει Prada: Πώς η ταινία έδειξε ότι η μόδα είναι θέμα εξουσίας
Η μόδα ως γλώσσα εξουσίας, ιεραρχίας και φιλοδοξίας
Πώς μία ταινία των 00s μας έμαθε ότι η μόδα δεν είναι απλώς ρούχα και αξεσουάρ, αλλά, εργαλείο ταυτότητας.
Οι πόρτες του ασανσέρ ανοίγουν. Ψηλοτάκουνα χτυπούν ρυθμικά στο πάτωμα, το παλτό πέφτει στους ώμους με απόλυτη ακρίβεια και η τσάντα Hermès βρίσκεται ήδη στο γραφείο. Η Μιράντα Πρίστλι κάνει την πρώτη της είσοδο, με τα λευκά, άψογα χτενισμένα μαλλιά της, φορώντας ογκώδη γυαλιά και έτοιμη να φέρει πανικό στην εταιρεία. Σε μια εταιρεία που τα στυλιστικά λάθη, όχι μόνο δεν έχουν θέση, αλλά δηλώνουν ποιος είσαι. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την ταινία «Ο Διάβολος φοράει Prada» ένα διαχρονικό fashion reference. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία γεμάτη ωραία outfits, αλλά για ένα κινηματογραφικό σύμπαν όπου το ντύσιμο λειτουργεί ως αφήγηση, κοινωνικός κώδικας και εργαλείο δύναμης, παραμένοντας επίκαιρο ακόμα και σήμερα.
Όταν κυκλοφόρησε το 2006, η ταινία γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία, ξεπερνώντας τα 320 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, και καθιερώθηκε αμέσως ως pop culture φαινόμενο. Όμως, η πραγματική της επιρροή δεν μετριέται μόνο σε εισπράξεις. Μετριέται στο πώς άλλαξε τον τρόπο που ο κινηματογράφος —και το κοινό— μιλά για τη μόδα. Για πρώτη φορά, η fashion βιομηχανία παρουσιάστηκε όχι απλώς ως glamorous φόντο, αλλά ως σκληρός, απαιτητικός χώρος εξουσίας.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε το styling. Η υπεύθυνη κοστουμιών αξιοποίησε πραγματικά αρχειακά κομμάτια και δημιουργίες από κορυφαίους οίκους μόδας, μετατρέποντας την ταινία σε κινούμενο fashion editorial. Chanel, Prada, Dolce & Gabbana, Valentino, Calvin Klein και πολλά ακόμη luxury brands εμφανίζονται οργανικά στην αφήγηση, όχι ως διαφήμιση, αλλά ως φυσικό περιβάλλον των χαρακτήρων.
Παράλληλα, το «Ο Διάβολος φοράει Prada» κατάφερε να μιλήσει για τη μόδα χωρίς να την εξιδανικεύει πλήρως. Πίσω από τα καλοραμμένα παλτό και τις designer τσάντες, αποκαλύπτεται το τίμημα της φιλοδοξίας, της επιτυχίας και της προσαρμογής. Και αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο ελκυστική ακόμη και σήμερα — ειδικά για ένα κοινό που έχει μάθει να διαβάζει την εικόνα κριτικά.
Η πιο εμβληματική μεταμόρφωση είναι φυσικά εκείνη της Άντι Σακς. Από τα αδιάφορα σύνολα των πρώτων ημερών στη Runway, περνά σταδιακά σε looks που δηλώνουν αυτοπεποίθηση, γνώση του παιχνιδιού και —ίσως το πιο σημαντικό— προσαρμογή. Το ντύσιμό της δεν αλλάζει απλώς για να γίνει όμορφη. Αλλάζει για να ανήκει. Και αυτό το αφήγημα παραμένει διαχρονικό, ειδικά σε μια εποχή όπου η εικόνα εξακολουθεί να καθορίζει την επαγγελματική ταυτότητα. Παρόλο που η Άντι δεν αμφισβητείται για τις ικανότητές της ως δημοσιογράφος· αμφισβητείται γιατί «δεν δείχνει σωστή». Το ντύσιμό της γίνεται ένα άτυπο διαβατήριο αποδοχής, υπενθυμίζοντας ότι σε πολλούς επαγγελματικούς κόσμους η εικόνα προηγείται του περιεχομένου.
Όμως, η μεταμόρφωση αυτή έφερε μαζί της και παράπλευρες απώλειες. Όσο η πρωταγωνίστρια γίνεται ακόμα πιο αποδεκτή, τόσο απομακρύνεται από σχέσεις, αξίες και τον εαυτό που είχε στην αρχή, με την ταινία να δείχνει το κόστος που φέρνει μερικές φορές η ανάγκη για προσαρμογή. Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ουσιαστικό του μάθημα: το να ανήκεις κάπου έχει πάντα ένα τίμημα — και δεν είναι πάντα ορατό.
Είκοσι χρόνια μετά, οι σκηνές της κυκλοφορούν αδιάκοπα στα social media, τα looks αναλύονται καρέ-καρέ και η Μιράντα Πρίστλι παραμένει σημείο αναφοράς για το πώς η μόδα μπορεί να ενσαρκώσει την εξουσία. Όχι γιατί είναι απλώς όμορφη, αλλά γιατί ξέρει ακριβώς τι σημαίνει.
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>