Roxy Music, Μικ Τζάγκερ, Μπράιαν Φέρι, Αμάντα Λιρ, Τζέρι Χολ, Ντέιβιντ Μπόουι, βασίλισσα Καμίλα, Duran Duran, είναι μόνο μερικοί από όσους φόρεσαν τα ρούχα του πιο ιδιοφυούς σχεδιαστή της βρετανικής σκηνής που πέθανε τον περασμένο μήνα. Η Ελληνίδα make up artist, Appolonia B., θυμάται τη γνωριμία τους.
Άντονι Πράις: Ο μετρ που έντυσε τους θεούς του glam rock
Άντονι Πράις: Ο πιο σημαντικός σχεδιαστής μόδας που ίσως δεν έχετε ακουστά
Αρχές της δεκαετίας του 1970, σε ένα στούντιο του Λονδίνου: μια εντυπωσιακή ξανθιά με μια κατάμαυρη σατέν τουαλέτα ποζάρει πλάι σε έναν μαύρο πάνθηρα –παρότι ο πάνθηρας είναι φανταστικός, αποτέλεσμα γραφιστικής σύνθεσης– ενώ ένας φινετσάτος ροκ σταρ ντυμένος σoφέρ την περιμένει. Το ατμοσφαιρικό αυτό σκηνικό, είναι από το εξώφυλλο του άλμπουμ «For Your Pleasure» (1973) των Roxy Music με μοντέλο την Αμάντα Λιρ και τον Μπράιαν Φέρι σε ρόλο οδηγού και φέρει ανεξίτηλα τη σφραγίδα του Άντονι Πράις.
Ο άνθρωπος πίσω από αυτή την τολμηρά θεατρική εικόνα δεν ήταν απλώς ένας σχεδιαστής μόδας, αλλά ένας ιδιοφυής image maker της βρετανικής σκηνής. Ο Άντονι Πράις, που έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου 2025 σε ηλικία 80 ετών, υπήρξε από τους πρώτους που πάντρεψαν την μόδα με τη ροκ μουσική και το θέαμα, διαμορφώνοντας την αισθητική του glam rock των Roxy Music και προετοιμάζοντας μια δεκαετία αργότερα την κομψότητα του λεγόμενου «yacht rock» με τους ντυμένους στην τρίχα Duran Duran.
Γεννημένος το 1945 στο Γιορκσάιρ της Αγγλίας, ο Άντονι Πράις δεν προερχόταν από τα αστραφτερά σαλόνια της μόδας. Ωστόσο, σπούδασε σχέδιο στο Royal College of Art του Λονδίνου και μπήκε δυναμικά στον χώρο αμέσως μετά την αποφοίτησή του στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Πρώτη του δουλειά ήταν ως σχεδιαστής ανδρικών ρούχων στην μπουτίκ Stirling Cooper, όπου ήδη είχε αρχίσει να δείχνει τη ροπή του προς το τολμηρό και το προκλητικό: ανάμεσα στις ευρηματικές δημιουργίες του ήταν παντελόνια με κουμπιά σε όλο το μήκος που τόνιζαν επίμαχα σημεία – ένα από αυτά φόρεσε ο Μικ Τζάγκερ στην περιοδεία Gimme Shelter των Rolling Stones το 1969.
Η ικανότητά του να συνδυάζει το άψογο πατρόν με μια αίσθηση σεξαπίλ και θεατρικότητας έκανε αίσθηση. Δεν είναι τυχαίο ότι από νωρίς η Προύντενς Γκλιν των Times τον είχε ξεχωρίσει ως ανερχόμενο ταλέντο, γράφοντας με θαυμασμό πως οι δημιουργίες του Πράις «διαθέτουν πνεύμα, ζωντάνια και τεχνική αρτιότητα, και είναι μπροστά από την εποχή τους» – προφητεύοντας έτσι την πορεία του.
Στις αρχές του ’70 το επίκεντρο της νεανικής μόδας στο Λονδίνο βρισκόταν στην περίφημη King’s Road του Τσέλσι, όπου ο Πράις βρέθηκε στο σωστό μέρος αλλά με εντελώς δικό του ύφος. Λίγα μέτρα πιο πέρα από τη μπουτίκ Sex της Βίβιεν Γουέστγουντ και του Μάλκολμ ΜακΛάρεν –όπου γεννιόταν το πανκ με δερμάτινα, σκισμένα ρούχα και παραμάνες– ο Άντονι Πράις είχε το δικό του κατάστημα, το Plaza, με γυάλινη μπλε πρόσοψη. Ήταν το αντίπαλο δέος: ένας ναός της γκλάμουρ μόδας, όπου τα φορέματα και τα κοστούμια του παρουσίαζαν μια ρετρο-φουτουριστική λάμψη, παίζοντας με την παλιομοδίτικη γοητεία μιας Ρίτα Χέιγουορθ με ελεκτρίκ τεχνοχρώματα από το διάστημα. Η Τζάνετ Στριτ-Πόρτερ θα ονόμαζε αργότερα αυτά τα ρούχα «result-wear», εννοώντας σκωπτικά πως ήταν ενδυμασίες φτιαγμένες για να φέρνουν αποτελέσματα, δηλαδή να εγγυώνται την αποπλάνηση. Και πράγματι, οι δημιουργίες του Πράις ήταν σέξι με έναν εκλεπτυσμένο, εικονοπλαστικό τρόπο: κορσέδες, ντραπέ σατέν και τολμηρά κοψίματα που θύμιζαν σταρ του παλιού σινεμά, ειδωμένα όμως μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του 70s glam.
Άντονι Πράις: Ντύνοντας τους Roxy Music και τον Μπράιαν Φέρι
Δεν άργησε να γίνει περιζήτητος στους κύκλους της μουσικής σκηνής. Ο Πράις δεν έντυνε απλώς μοντέλα – έντυνε φαντασιώσεις. Ήταν ο στιλίστας πίσω από τα οκτώ πρώτα εξώφυλλα των Roxy Music, δίνοντας στο συγκρότημα του Μπράιαν Φέρι τη χαρακτηριστική του εικόνα: κάθε άλμπουμ παρουσιαζόταν με μια «Roxy girl» ως οπτικό σύμβολο στο εξώφυλλο: από την Καρί-Άνν Μύλερ έως την ίδια την Τζέρι Χολ, όλες μεταμορφωμένες από τον Πράις σε pin-up θεές βγαλμένες από φιλμ νουάρ και όνειρα του Playboy. O ίδιος ο Φέρι τον έχει αποκαλέσει «μετρ της τέχνης του», αναγνωρίζοντας ότι ο Πράις συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία του glam ύφους της μπάντας. Οι γυναίκες στα εξώφυλλα –με πιο θρυλική την Αμάντα Λιρ με τον πάνθηρα– ενσάρκωναν μια νέου τύπου χλιδή, ένα «υπερκόσμιο» κάλλος, όπως το περιέγραψε αργότερα ο συγγραφέας Μάικλ Μπρέισγουελ. Παράλληλα, ο Πράις φρόντισε και την εμφάνιση των ίδιων των Roxy Music: από τα μέσα του ’70 έντυνε τον Φέρι και τα μέλη του συγκροτήματος με εκθαμβωτικά σακάκια και κοστούμια, μεταμορφώνοντάς τους από ατημέλητους ροκάδες σε αρτίστες ενός δικού τους, ρετρό-φουτουριστικού καμπαρέ.
Δεν δίστασε μάλιστα να προτείνει κουρέματα και makeover: «Τους κούρεψα εκείνα τα “μαλλιά διαζευγμένης” που είχαν». Αυτή ήταν αυτοσαρκαστική ατάκα που έλεγε σε συνεντεύξεις του. Με αυτήν περιέγραφε τα μακριά, άχαρα, ελαφρώς αφρόντιστα μαλλιά των μελών των Roxy Music στις αρχές τους – μαλλιά που δεν ήταν ούτε ροκ-επαναστατικά ούτε σκόπιμα εκκεντρικά, αλλά έμοιαζαν, στα μάτια του, άτονα, χωρίς αφήγημα, χωρίς στιλιστική πρόθεση. Στη βρετανική κουλτούρα των 60s-70s, ο όρος υπονοούσε ειρωνικά ένα λουκ: λίγο ξεπερασμένο, λίγο θλιμμένο, λίγο «έχω περάσει κάτι και δεν ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου». Και συνέχιζε: «Τους έντυσα με ευφάνταστα δείγματα από το ατελιέ μου, γιατί πριν έμοιαζαν με λογιστές». Το αποτέλεσμα; Μια οπτική ταυτότητα τόσο ισχυρή, που οι Roxy Music «κλείδωσαν» σε αυτήν την persona για πάντα – προς μεγάλη τους χαρά, βέβαια, αφού αγαπούσαν τη θεατρικότητα και τη διασκέδαση που τους πρόσφερε.
Η αγαπημένη ίσως σύμπραξη του Πράις με τον Μπράιαν Φέρι ήταν ένα μουσικό βίντεο που θεωρείται πλέον καλτ: το «Let’s Stick Together» του 1976, όπου ο Φέρι εμφανίζεται ως λευκός δανδής με σμόκιν Casablanca και η Τζέρι Χολ λικνίζεται πλάι του φορώντας μια τιγρέ τουαλέτα με ουρά, σχεδιασμένη από τον Πράις. Ο σχεδιαστής είχε carte blanche για ολόκληρο το σκηνικό: από το να ράψει τα ρούχα μέχρι να λακάρει τη χαίτη της Χολ σε ξανθές μπούκλες και να κρεμάσει ο ίδιος τις τεράστιες θεατρικές κουρτίνες στο φόντο, ρισκάροντας να πέσει από ψηλά. «Έκανα τα πάντα εκτός από το να χειριστώ την κάμερα», θα θυμόταν αργότερα με ικανοποίηση, καθώς αυτό το υπέροχα κιτς βίντεο αποτυπώνει πλήρως το όραμά του. Δεν είναι παράξενο που οι καλλιτέχνες τον λάτρευαν: «Όταν ο κόσμος πληρώνει για να δει κάτι, πρέπει να τους το δώσεις», συνήθιζε να λέει ο ίδιος.
Πασαρέλες σε νυχτερινά κλαμπ
Ο Άντονι Πράις ουσιαστικά ευθύνεται –με δικά του λόγια– «για το πάντρεμα της ροκ μουσικής με τη μόδα». Μέχρι να εμφανιστεί, οι μεν ρόκερ θεωρούσαν τη μόδα επιτήδευση για σνομπ, οι δε της μόδας έβλεπαν τη ροκ ως κάτι το ωμά αντιαισθητικό. Ο Πράις έσπασε αυτά τα ταμπού, φέρνοντας τους δύο κόσμους κοντά με τρόπο εκρηκτικό: διοργάνωσε πρωτοποριακά σόου που ήταν πιο κοντά σε φαντασμαγορικό θέατρο παρά σε παραδοσιακή πασαρέλα. Τα περίφημα «Fashion Extravaganzas» του στις αρχές των 80s ήταν ολοκληρωμένες παραστάσεις σε νυχτερινά κλαμπ –στο Camden Palace το 1983 και στο Hippodrome το 1984– με θεματικά σκετς, ειδικά εφέ και εκατοντάδες καλεσμένους. Σε ένα σόου, μοντέλα ντυμένα μηχανόβιες με δερμάτινα και κράνη περπατούσαν στη σκηνή, για να αποκαλύψουν ξαφνικά πως επρόκειτο για την Τζέρι Χολ και τη Μαρί Χέλβιν, τις δύο διάσημες καλλονές, προκαλώντας ενθουσιασμό στο κοινό.
Σε άλλο μέρος, γυναίκες εμφανίζονταν ως πλάσματα της θάλασσας, ενώ σε μια αξέχαστη σκηνή με τίτλο «Nam» οι συμμετέχοντες ενσάρκωναν ένα σουρεαλιστικό «Αποκάλυψη Τώρα» υπό τους ήχους μουσικής από την ταινία τρόμου «Οιωνός». Παντού κυριαρχούσε η υπερβολή και το χιούμορ: σε μια επίδειξη με τίτλο «Marvel Kitsch» ακόμα και τα αγόρια-μοντέλα φορούσαν γυαλιστερά, εφαρμοστά παντελόνια που αναδείκνυαν «τα πάντα», τόσο που ο ίδιος ο Πράις αστειεύτηκε πως έμοιαζαν με ήρωες κόμικ, με «όλα τους τα εξογκώματα να διαγράφονται». Τα σόου του ήταν θρυλικά, αλλά και οικονομικά ριψοκίνδυνα: «Έπρεπε κάθε φορά να πουλήσουμε ένα σπίτι για να τα βγάλουμε πέρα – χειροκροτούσαν όλοι πίνοντας σαμπάνιες κι εμείς μέναμε μετά με τον λογαριασμό» θυμόταν με πίκρα ο Πράις. Ήταν όμως ανυποχώρητος, ένας αληθινός σόουμαν με νοοτροπία μιούζικαλ των Ziegfeld Follies, που έλεγε πως δεν είναι απλώς σχεδιαστής μόδας αλλά «δουλεύει στα θεάματα». Όταν στα τέλη των 80s οι περισσότεροι συνάδελφοί του παρουσίαζαν στατικές επιδείξεις με μοντέλα που περπατούν απλώς με ρούχα, ο Πράις είχε ήδη γράψει ιστορία με τα σόου-πολυθέαμα που είχε σκηνοθετήσει χρόνια πριν.
Οι Duran Duran και τα tonic suits
Παρά τον αέρα των 40s και 50s που απέπνεαν πολλά σχέδιά του, ο Πράις ήταν στην καρδιά του απόλυτα μοντέρνος. Στα 80s βρέθηκε να ντύνει τη νέα γενιά των ποπ αστέρων που κατακτούσαν το MTV. Ήταν αυτός που έδωσε στους Duran Duran την κομψή «yacht chic» εμφάνιση στο εμβληματικό βιντεοκλίπ «Rio», ράβοντας για τα μέλη του συγκροτήματος λαμπερά μεταξωτά κοστούμια σε ηλεκτρίκ αποχρώσεις.
Οι εικόνες των νεαρών Duran Duran ντυμένων με tonic suits πάνω σε ένα ιστιοπλοϊκό λουσμένων από τον τροπικό ήλιο έγιναν συνώνυμες του φινετσάτου new wave της δεκαετίας του ’80 – και πίσω από αυτή την αισθητική βρισκόταν η φαντασία του Πράις. (Τα tonice suits ήταν κοστούμια από μάλλινο ύφασμα, συχνά μοχέρ, υφασμένο με δίχρωμες κλωστές στο στημόνι και το υφάδι. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοστούμι που σε χαμηλό φωτισμό δείχνει σχεδόν μονόχρωμο, ενώ στο φως ή στην κίνηση ιριδίζει, αλλάζει τόνο, γυαλίζει διακριτικά. Ούτε στρας, ούτε παγιέτες αλλά μια υπόγεια, «έξυπνη» λάμψη — σαν άνθρωπος που δεν φωνάζει ότι είναι κομψός, αλλά το ξέρει. Ιστορικά, τα tonic suits εμφανίζονται ήδη από τις δεκαετίες του ’50 και ’60, αγαπημένα των Mods και των κομψών Βρετανών εργένηδων που ήθελαν κάτι πιο τολμηρό από το γκρι, χωρίς να χάσουν την αξιοπρέπεια της Savile Row. Στα 80s όμως, και ιδίως μέσα από τη δουλειά του Άντονι Πράις, απέκτησαν δεύτερη ζωή. Ο Πράις τα λάτρευε γιατί κρατούσαν την πειθαρχία του κοστουμιού, αλλά έδιναν λάμψη χωρίς να είναι κραυγαλέα, και φωτογραφίζονταν υπέροχα — ιδανικά για MTV, εξώφυλλα, βιντεοκλίπ. Γι’ αυτό και τα βλέπεις πάνω στους Duran Duran στο Rio: κοστούμια σε αποχρώσεις πετρόλ, τουρκουάζ, βαθύ γκρι μεταλλικό ή ελεκτρίκ μπλε που, στον ήλιο της Καραϊβικής σχεδόν «υγροποιούνται». Είναι το ύφασμα που έκανε το ανδρικό κοστούμι σέξι χωρίς να γίνει γελοίο — μια λεπτή ισορροπία που ελάχιστοι πέτυχαν.
Πώς ο Ντέιβιντ Μπόουι έγινε «ο λεπτός, λευκός δούκας»
Την ίδια εποχή, ο Ντέιβιντ Μπόουι εμπιστεύτηκε τον Πράις για μερικές από τις πιο κομψές, dandy εμφανίσεις του στη φάση του «Let’s Dance» και του «China Girl», με αιχμηρά σακάκια και φαρδείς ώμους που εξέπεμπαν δύναμη και στιλ.
Ο Πράις ουσιαστικά «εφηύρε» το ροκ κοστούμι: πήρε το ανδρικό σακάκι και του έδωσε νέα ζωή, μετατρέποντάς το από σύμβολο του γραφείου σε στολή ροκ εν ρολ. Έφτιαξε εκείνο το μιλιταριστικό, dandy, σέξι, εκλεκτικό ανδρικό λουκ σε μια εποχή πριν τους σούπερσταρ σχεδιαστές. Κι έτσι, αν οι ώμοι-βάτες και τα γυαλιστερά power suits έγιναν σήμα-κατατεθέν των 80s, ο Πράις αξίζει μερίδιο των ευσήμων.
Από το ανδρικό λουκ, στη θηλυκή γοητεία
Την ίδια περίοδο, ο πολυσχιδής σχεδιαστής έκανε αισθητή την παρουσία του και στο γυναικείο ντύσιμο των διασήμων. Η Τζέρι Χολ –πέρα από μούσα του στα εξώφυλλα και στις πασαρέλες– του ανέθεσε να της σχεδιάσει ένα ονειρικό νυφικό όταν επρόκειτο να παντρευτεί τον Μικ Τζάγκερ το 1990.
Το αποτέλεσμα ήταν μια τουαλέτα βγαλμένη από παραμύθι: όμως, ειρωνικά, ο γάμος τελικά δεν αναγνωρίστηκε νομικά, αφήνοντας τον Πράις με ένα «σχεδόν νυφικό» θρυλικό στην καριέρα του. Ντύνοντας τη Χολ, την Πόλα Γέιτς, την Άντζελικα Χιούστον, την Ντάιανα Ρος ή τη Γιασμίν Λε Μπον, ο Πράις απέδειξε ότι μπορεί να περάσει με άνεση από το ανδρικό στο γυναικείο ένδυμα και να υπηρετήσει εξίσου τη θηλυκή γοητεία. «Τα ρούχα μου είναι η ανδρική άποψη για το τι πρέπει να φοράει μια γυναίκα – και γι’ αυτή την άποψη οι άντρες πληρώνουν καλά λεφτά» είχε πει με προκλητική ειλικρίνεια, προσθέτοντας ότι οι άντρες «ονειρεύονται το ρομπότ του σεξ από το “Metropolis” του Φριτς Λανγκ, με το τέλειο σώμα που προσφέρει ατέλειωτη φαντασίωση». Αυτή η φράση συμπυκνώνει την φιλοσοφία του: ο Πράις ήθελε οι γυναίκες που φοράνε τα ρούχα του να ενσαρκώνουν μια larger-than-life σεξουαλικότητα, μια επιθυμητή εικόνα πέρα από τα φυσικά όρια – χωρίς όμως οι ίδιες να χάνουν την ισχύ τους. Έλεγε άλλωστε πως τον ενδιέφερε «το όριο ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό, το σημείο όπου μια όμορφη γυναίκα και ένας όμορφος άντρας σχεδόν συγχέονται» και ότι τα ιδανικά του σώματα απαιτούν padding(επένδυση ή γέμισμα στις καμπύλες του σώματος) και ενίσχυση – δηλαδή λίγη απάτη – για να φτάσουν στην υπερβολή που ζητά η μόδα του. Ως άλλος ταχυδακτυλουργός της σιλουέτας, χρησιμοποιούσε κορσέδες, ενίσχυε ώμους και γοφούς, τόνιζε στήθη και οπίσθια, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του «τέλειου» σώματος.
Τα παντελόνια Ziggurat
Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια διάσημα εφαρμοστά παντελόνια του είχαν το παρατσούκλι «arse pants» –κοινώς «παντελόνια-με-οπίσθια»– γιατί λειτουργούσαν σαν Wonderbra για τα οπίσθια, όπως παραδεχόταν ο ίδιος. Πράγματι, τα ανδρικά του παντελόνια με το φαρδύ άνοιγμα στα πόδια και την ανορθωτική γραμμή αντιγράφηκαν ευρέως στη συνέχεια, κάνοντάς τον έναν από τους πιο επιδραστικούς – αν και αθόρυβα – δημιουργούς στο ανδρικό ντύσιμο. Κλασικότερο παράδειγμα το μοντέλο «Ziggurat», μια πατενταρισμένη σιλουέτα του Άντονι Πράις, που θεωρείται από τους ειδικούς ένα από τα πιο επιδραστικά ανδρικά πατρόν των 70s-80s. Δεν ήταν τάση· ήταν δομική παρέμβαση στο ανδρικό σώμα. Το «φαρδύ άνοιγμα στα πόδια» (hem) ήταν στο τελείωμα του παντελονιού που γινόταν ασυνήθιστα φαρδύ, όχι όμως τύπου χίπικης καμπάνας. Η γραμμή έπεφτε ευθεία από τον μηρό, άνοιγε προοδευτικά προς τα κάτω και δημιουργούσε μια αρχιτεκτονική, κλιμακωτή φόρμα — εξ ου και το όνομα Ziggurat (οι βαθμιδωτοί ναοί της Μεσοποταμίας). Το παντελόνι του Πράις δεν «χορεύει». Στέκεται. Ο Πράις σήκωσε τη μέση ψηλότερα από το συνηθισμένο, ανασχεδίασε τη ραφή του καβάλου, και δούλεψε το πίσω μέρος με τρόπο που ανυψώνει οπτικά τους γλουτούς. Αποτέλεσμα: το σώμα μοιάζει πιο ψηλό, η λεκάνη πιο στενή, τα πόδια μακρύτερα, οι γλουτοί –συγγνώμη για την ακρίβεια– θεατρικά παρόντες. Παντελόνια όχι χοντροκομμένα αλλά χειρουργικά. Και ήταν επαναστατικά γιατί, μέχρι τότε, το ανδρικό παντελόνι: έκρυβε το σώμα, το έκανε ουδέτερο, σχεδόν άφυλο. Ο Πράις έκανε το αδιανόητο: σεξουαλικοποίησε το ανδρικό κάτω μέρος χωρίς να το γελοιοποιήσει. Το Ziggurat: δεν ήταν camp, δεν ήταν drag, δεν ήταν disco υπερβολή. Ήταν καθαρό tailoring με υποδόριο ερωτισμό. Τα φορούσαν οι ροκ σταρ, φυσικά. Μουσικοί που καταλάβαιναν ότι η σκηνή δείχνει σώμα πριν δείξει ήχο. Άντρες που ήθελαν να δείχνουν επικίνδυνα κομψοί, όχι απλώς καλοντυμένοι.
Ένας οραματιστής στο περιθώριο
Το 1989 ο Πράις τιμήθηκε με το βραβείο Evening Glamour του Βρετανικού Συμβουλίου Μόδας, μια αναγνώριση της συμβολής του στο πεδίο της βραδινής ένδυσης. Και πράγματι, τα βραδινά φορέματά του ήταν αριστουργήματα υψηλής ραπτικής: μηχανικά θαύματα με μπανέλες, στέρεες κατασκευές καλυμμένες όμως από μεταξωτά και τούλια που έδιναν την ψευδαίσθηση ανάλαφρης θηλυκότητας – «σαν να καμουφλάρεις ένα τανκ με σιφόν», όπως έχει γράψει ένας παρατηρητής. Τη δεκαετία του ’90 ο Πράις απέκτησε μάλιστα το παρατσούκλι «the frock surgeon», δηλαδή «ο χειρουργός των φορεμάτων», χάρη στην δεξιοτεχνία του να ανατέμνει και να ανορθώνει τις γυναικείες καμπύλες με παλιά, κλασικά τεχνάσματα που εφάρμοζε σε μοντέρνες δημιουργίες. Εκείνα τα χρόνια δούλευε κυρίως κατά παραγγελία για εκλεκτούς πελάτες.
Ανάμεσά τους, εντελώς αναπάντεχα, ήταν και μια γαλαζοαίματη: η Δούκισσα της Κορνουάλης Καμίλα (η νυν βασίλισσα), για την οποία ο Πράις σχεδίασε αρκετές εξατομικευμένες τουαλέτες, όπως τις εμφανίσεις της σε επίσημη περιοδεία στις ΗΠΑ το 2005. Η είδηση ότι ένας ανατρεπτικός δημιουργός, γνωστός για τα τολμηρά glam φορέματα, έντυνε τη σύζυγο του (τότε) Πρίγκιπα Καρόλου, μπορεί να ξένισε μερικούς – όμως έδειξε πόσο ευρύ ήταν το φάσμα του ταλέντου του. Ένας άνθρωπος που μπορούσε να μεταμορφώσει μια ροκ σταρ σε εξωτική σειρήνα, μπορούσε εξίσου να δώσει σε μια μελλοντική βασίλισσα έναν αέρα διακριτικής γοητείας.
Ο Άντονι Πράις μπορεί να μην απέκτησε ποτέ τον εμπορικό κολοσσό ή το διεθνές brand name κάποιων ομολόγων του, όμως έχαιρε τεράστιας εκτίμησης μεταξύ των ειδημόνων της μόδας και των καλλιτεχνών που συνεργάστηκαν μαζί του. Ο θρυλικός καπελάς Φίλιπ Τρίσι, στενός του φίλος, τον αποκάλεσε «αληθινό οραματιστή... έναν βασιλιά στον κόσμο της μόδας, με απαράμιλλη τεχνική», εκφράζοντας τη λύπη του που ο κόσμος της μόδας «δεν αναγνώρισε όσο έπρεπε τη μεγαλοφυΐα του όσο ήταν εν ζωή». Πράγματι, η φιγούρα του Πράις πάντοτε κινούνταν λίγο στο περιθώριο των μεγάλων οίκων – ίσως επειδή ήταν πολύ ανεξάρτητος και πολύ μπροστά από την εποχή του. Όταν το 1998 δολοφονήθηκε ο Τζιάνι Βερσάτσε, το όνομα του Πράις ακούστηκε έντονα ως πιθανού διαδόχου στην καλλιτεχνική διεύθυνση του ιταλικού οίκου. Αυτό τελικά δεν συνέβη, αλλά το γεγονός υπογράμμισε το κύρος του μεταξύ των insiders. O ίδιος συνέχισε ακάθεκτος να δημιουργεί κατά βούληση: ξανάνοιξε μπουτίκ το 2000, συνεργάστηκε με τη Δάφνη Γκίνες για τη σειρά ρούχων της, ακόμα και μια limited συλλογή ανδρικών ρούχων για την Topman λάνσαρε το 2008 – όλα χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με την αφοσίωση ενός μάστορα στη δουλειά του.
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τις εξωτικές κότες
Παράλληλα, καλλιέργησε και μερικά παράδοξα χόμπι: περνούσε πολύ χρόνο εκτρέφοντας σπάνια πουλιά –πολύχρωμα παγώνια και εξωτικές κότες Yokohama με ουρές μήκους μέτρων– και μάλιστα παραχωρούσε τα φτερά από τα αγαπημένα του πτηνά στον φίλο του Φίλιπ Τρίσι για να τα κάνει καπέλα.
Στον ελεύθερο χρόνο του, μακριά από τα φώτα, ντυνόταν περισσότερο σαν εκκεντρικός τζέντλεμαν-αγρότης με τραγιάσκα και μπότες, παρά σαν λαμπερός κοσμικός, παρότι στο εργαστήριό του μπορούσε να μεταμορφωθεί σε αεικίνητο δανδή με φουλάρι και στενά σακάκια – ένας αληθινός άντρας-παγώνι της μόδας, όπως τον περιέγραψαν όσοι τον έζησαν.
Το φόρεμα-εκδίκηση
Στις μέρες μας, πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν το όνομα του Άντονι Πράις, όμως σίγουρα γνωρίζουν –και μιμούνται άθελά τους– την επίδρασή του. Τα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που οι τάσεις επαναφέρουν τη λάμψη, τα εφαρμοστά μίνι φορέματα ή τα ανδρικά κοστούμια με σμιλεμένη μέση και δυναμικούς ώμους, είναι σαν η σκιά του Πράις να πλανάται εκ νέου πάνω από τις πασαρέλες. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2023, ένας νέος οίκος του Λονδίνου, ο 16Arlington, τον προσκάλεσε να παρουσιάσει μαζί τους την πρώτη του επίδειξη μόδας μετά από τριάντα χρόνια απουσίας από τις πασαρέλες. Σε αυτήν τη θριαμβευτική επιστροφή, που έμελλε να είναι και η τελευταία του, ο 80χρονος πλέον σχεδιαστής έκλεψε την παράσταση: η τραγουδίστρια Λίλι Άλεν περπάτησε στην πασαρέλα φορώντας ένα μαύρο βελούδινο «revenge dress» δικής του έμπνευσης – ένα φόρεμα-δήλωση, τόσο τολμηρό όσο και κομψό, που έγινε πρωτοσέλιδο στις σκανδαλοθηρικές στήλες. Ήταν σαν ο Πράις να έριξε αυλαία με ένα τελευταίο, αποθεωτικό ανκόρ.
Το «revenge dress» είναι από εκείνες τις φράσεις που δεν ανήκουν απλώς στη μόδα, αλλά στη συλλογική μνήμη. Δεν περιγράφει ένα συγκεκριμένο κόψιμο· περιγράφει μια στιγμή εξουσίας. Είναι το φόρεμα που φοριέται μετά από προδοσία, χωρισμό, δημόσια ταπείνωση ή συναισθηματική κατάρρευση, και δηλώνει — χωρίς να πει λέξη: «Δεν λύγισα. Είμαι εδώ. Και είμαι καλύτερα από ποτέ». Είναι μία σιωπηλή εκδίκηση αλλά με καλό φωτισμό. Η φράση «φόρεμα εκδίκησης» καθιερώθηκε το 1994, όταν η Πριγκίπισσα Νταϊάνα εμφανίστηκε στο Serpentine Gallery φορώντας ένα μαύρο, εφαρμοστό, έξωμο φόρεμα — την ίδια ακριβώς βραδιά που ο πρίγκιπας Κάρολος παραδεχόταν δημόσια την απιστία του. Το φόρεμα ήταν πιο τολμηρό απ’ ό,τι επέτρεπε το βασιλικό πρωτόκολλο, τόνιζε το σώμα της, εξέπεμπε αυτοπεποίθηση και όχι πένθος. Τα ταμπλόιντ έκαναν την υπόλοιπη δουλειά. Το ρούχο βαφτίστηκε «revenge dress» και ο όρος έμεινε.
Όπως έγραψε κάποτε ένας κριτικός μόδας, ο Πράις ήταν, κατά μια έννοια, «ο πιο σημαντικός σχεδιαστής μόδας που ίσως δεν έχετε ακουστά» – ένας τίτλος που του απέδιδαν συχνά, αναγνωρίζοντας ότι το όνομά του ποτέ δεν έγινε τόσο διάσημο όσο η επίδρασή του. Κι όμως, οι σταρ που τον γνώρισαν, από τον Μπόουι και τον Φέρι μέχρι τη βασίλισσα Καμίλα, ήξεραν καλά την αξία του. Ο ίδιος ο Πράις, με το γνωστό του φλέγμα, είχε πει κάποτε πως πιθανώς ο κόσμος θα τον θυμηθεί και θα τον αποθεώσει πραγματικά μόνο μετά τον θάνατό του – όπως συνέβη με τόσους προηγούμενους δημιουργούς.
«Ο Πράις που γνώρισα εγώ»: Η γνωστή Ελληνίδα make up artist Απολλώνια Β. θυμάται τον Άντονι Πράις
«Με τον Άντονι γνωριστήκαμε το ‘74 στις Εννέα Μούσες του Ζουγανέλη τότε, στη Μύκονο. Ήρθε κοντά μου και μου είπε “Είσαι το μόνο ενδιαφέρον άτομο εδώ μέσα”. Ήταν μεγάλο κομπλιμάν για μένα από αυτόν. Λάτρεψα τη φυσιογνωμία του, γιατί ήταν ψηλός, ξανθός, άγγλος - και δεν ήξερα τίποτα για αυτόν. Μετά τη Μύκονο ήρθε σπίτι μου στην Αθήνα και τον φιλοξένησα. Συνεργαζόταν με ένα εργοστάσιο εδώ και τους έδινε σχέδιά του. Του γνώρισα και τον Κρίτωνα Ζώρζο, τον μετέπειτα Kirios Criton, που ήταν πανέμορφος και τσιμπήθηκε άγρια ο Άντονι μαζί του. Έλεγε ότι ο Κρίτωνας είναι το ιδεώδες μοντέλο. Και τον έβγαζε συνέχεια φωτογραφίες. Και του είχε δώσει και σχέδιά του.
Ο Άντονι με έλεγε Ντόρις - αυτό είναι το χαϊδευτικό των άγγλων, λένε ο ένας τον άλλον Ντόρις, κάτι σαν το “χρυσή μου”. Τότε εγώ ήθελα να γίνω ενδυματολόγος και σχεδιάστρια μόδας και εκείνος μου έλεγε, Ντόρις, forget it. Θα ασχοληθείς με το make-up γιατί αυτό έχει μέλλον. Τότε δεν ήταν πολύ γνωστό το επάγγελμα. Κι έτσι έκανα αισθητική και μετά πήγα στο Λος Άντζελες όπου τελείωσα Cinema & Motion Picture Make-up. Μετά πήγα στο Λονδίνο να τον βρω. Ήταν πολύ φιλόξενος και με έκανε να νιώσω πολύ σπέσιαλ. Τελικά ακολούθησα τη δουλειά της make-up artist, έκανα καριέρα και αυτός ήταν ο μέντορας μου. Αυτός με έβαλε σε αυτό το τριπάκι. Ήταν εγκάρδιος, είχε φοβερό αγγλικό χιουμόρ, twisted, όχι bitchy. Και ήταν οραματιστής.
Τη δεύτερη φορά που πήγα σπίτι του έμενε σε τριπλοκατοικία, σε ένα από εκείνα τα κλασικά άσπρα σπίτια στο off της King's Road. Πήγα χωρίς να έχουμε βάλει πόσο θα μείνω, την είχαμε βρει τόσο πολύ, έμαθα να του φτιάχνω το τσάι του γιατί ήταν πολύ περίεργος, έπρεπε το τσάι να έχει το σωστό χρώμα με το γάλα και λοιπά. Μαγειρεύαμε μαζί, μας άρεσαν να τρώμε τα ίδια πράγματα. Δεν έτρωγε κρέας, μόνο ψάρι και πολλά λαχανικά και ήταν φρικ με τη γυμναστική και γενικά ήταν obsessed, ήταν κάπως νάρκισσος με το πρόσωπο του, γιατί ήταν ωραίος άντρας. Στο σπίτι μπαινόβγαιναν ο Μπράιαν Φέρι, ο Ρούπερτ Έβερετ, ήταν πολύ φίλοι του και εγώ ήμουν τύπου the house girl, το κορίτσι του σπιτιού.
Τότε δεν είχε σχέση και βγαίναμε μαζί, με έπαιρνε με μία φοβερή Τζάγκουαρ που είχε, ένα σπορ μοντέλο σαν ασημένιο διαστημόπλοιο και βγαίναμε για κλάμπινγκ. Με γνώριζε σε όλο το fashion crowd από το Hippodrome, πηγαίναμε σε κάτι φοβερές γιορτές μέσα σε πλοιάρια στον Τάμεση, τι να πω, ήμουνα η μούσα του.
Ήταν φοβερός πατρονίστ, έκανε τα πατρόν με σχεδόν κλειστά μάτια. Το ατελιέ του ήταν στον επάνω όροφο, εκεί που κόβανε – έδινε πολύ μεγάλη σημασία στο κόψιμο και είχε και δύο-τρεις βοηθούς. Τον κήπο κάτω και το basement το είχε κάνει τροπικό δάσος γιατί του άρεσαν τα τροπικά φυτά. Έκανε συλλογή από κάτι πελώριες κότες, εξωτικά πουλιά με κάτι τεράστια μακριά φτερά, είχε και παγόνι στον κήπο του. Εκεί είχε τη μηχανή και έραβε μόνος του, έραβε μέχρι να πεθάνει. Τελευταία φορά μιλήσαμε το 2020 και είχα μία διαίσθηση ότι πρέπει να τον δω γιατί θα φύγει. Δεν τον πρόλαβα. Δεν ζούσε πια στο Λονδίνο. Ζούσε μεταξύ Παλέρμο Ιταλίας και σε μία αγροικία που του είχε δώσει ο Μπράιαν Φέρι. Μιλάγαμε πολλές ώρες στο ίντερνετ και μου έδειχνε το σπίτι του γιατί ήταν να πάω το καλοκαίρι και μετά μου λέει, κάνει πολλή ζέστη, μην έρθεις, θα φύγω για Λονδίνο, δεν την αντέχω τη ζέστη στο Παλέρμο. Στο Παλέρμο είχε πάει γιατί ζούσε εκεί η αδελφή του που ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και είχε έναν φοβερό ανιψιό που σχεδιάζει τσάντες.
Tο σπίτι στο Κένινγκτον το πούλησε για να κάνει ένα fashion show και να ανοίξει ένα μαγαζί στην Κing's Road απέναντι από το SEX του ΜακΛάρεν, που λεγόταν Plaza αλλά μετά άνοιξε ένα φοβερό μαγαζί σε πιο high street στο Molton Brown. Είχε πελατεία όλη την αφρόκρεμα,Τζόαν Κόλινς, Τζέρι Χολ, όλες οι γυναίκες πέρασαν από τα χεράκια του, ακόμα και η Καμίλα.
Αργότερα, όταν δούλευα για τον Τιερί Μιγκλέρ και του μίλησα για τον Άντονι Πράις γυρίζει και μου λέει: Έχουμε τα ίδια brain waves με αυτόν. Και όντως γιατί ήταν και οι δύο πολύ fascinated με το υγιές, sexy, γυμνασμένο σώμα. Δεν έγινε μεγάλο brand ποτέ γιατί ήταν στην κοσμάρα του, στα πατρόν του, στη ραπτομηχανή του και στις ράφτρες του. Δεν έκανε ποτέ του άρωμα, ήταν λίγο antisocial. Το παράδοξο είναι ότι τώρα, μετά τον θάνατό του, έγινε σούπερ διάσημος. Μου έλεγε πάντα, εμείς Ντόρις είμαστε εκκεντρικοί άνθρωποι, δεν είμαστε σαν όλο τον κόσμο. Και ξέρεις, οι British eccentrics το έχουν έμφυτο. Δεν κάνουν κάτι για να το αποκτήσουν.
Αυτός λοιπόν ήταν ο μέντοράς μου, με διαμόρφωσε όταν ήμουν μικρή. Και για αυτό τον λόγο ήθελα να πω δύο λόγια στο ελληνικό fashion crowd για το ποιος ήτανε αληθινά ο Άντονι».
Δειτε περισσοτερα
Από το θέατρο της διασποράς στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου
Ψηφιακές προβολές και υπαίθριες εκθέσεις με ξεχωριστά έργα φωτογράφων και φωτορεπόρτερ
Η Ελληνοϊταλίδα ηθοποιός όπως είναι, όχι όπως φαίνεται
Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στον κόσμο των πάγων, των ανθρώπων της Γροιλανδίας και ενός τοπίου που αλλάζει για πάντα