Έκανε το punk να μοιάζει πολυτελές, έντυσε πριγκίπισσες, σχεδίασε ακόμα και ροζ αυτοκίνητα
Γιαγιόι Κουσάμα: Πέθανε η «βασίλισσα των πουά» σε ηλικία 97 ετών
Μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης τέχνης
Γιαγιόι Κουσάμα: Πέθανε η «βασίλισσα των πουά» σε ηλικία 97 ετών - Μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης τέχνης
Η Γιαγιόι Κουσάμα, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης τέχνης, πέθανε σε ηλικία 97 ετών έπειτα από μακρά ασθένεια.
Η Ιαπωνίδα καλλιτέχνις, γνωστή σε όλο τον κόσμο για τις χαρακτηριστικές βούλες, τις κολοκύθες και τα εντυπωσιακά «Infinity Mirror Rooms», διέγραψε μια ασυνήθιστη καριέρα που ξεκίνησε στην πρωτοποριακή σκηνή της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1960 και δεκαετίες αργότερα την μετέτρεψε σε παγκόσμιο φαινόμενο.
Οι εγκαταστάσεις «Infinity Mirror Rooms» αποτέλεσαν την πιο δημοφιλή έκθεση στην ιστορία της Tate Modern την περίοδο 2021-2024, ενώ τα μεγάλης κλίμακας γλυπτά της σε πόλεις από το Λονδίνο μέχρι το Μπέβερλι Χιλς και τη Ναοσίμα την έκαναν μία από τις πιο εύκολα αναγνωρίσιμες καλλιτέχνιδες στον κόσμο.
Από την πρωτοπορία της Νέας Υόρκης στην παγκόσμια αναγνώριση
Η Κουσάμα είχε ουσιαστικά δύο καλλιτεχνικές καριέρες που συνδέονταν μεταξύ τους.
Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε στην avant-garde σκηνή την περίοδο που η ποπ αρτ και ο μινιμαλισμός άρχιζαν να αντικαθιστούν την αφηρημένη τέχνη.
Τότε δημιούργησε τα «Infinity Nets», πίνακες καλυμμένους με επαναλαμβανόμενα μοτίβα από κουκκίδες, καθώς και τη σειρά γλυπτών «Accumulation», όπου καθημερινά αντικείμενα και έπιπλα καλύπτονταν από φαλλόμορφες υφασμάτινες προεξοχές.
Παράλληλα οργάνωνε happenings και «body festivals», όπου ζωγράφιζε γυμνά σώματα με βούλες, συνδέοντας την τέχνη της με το κίνημα της ελεύθερης αγάπης και τις διαμαρτυρίες κατά του πολέμου στο Βιετνάμ.
Μετά την επιστροφή της στην Ιαπωνία το 1973, η παρουσία της στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή περιορίστηκε σημαντικά. Η επανεκτίμηση του έργου της ήρθε τη δεκαετία του 1990, όταν το ενδιαφέρον για γυναίκες και μη δυτικούς καλλιτέχνες άρχισε να αναδιαμορφώνει τον κανόνα της σύγχρονης τέχνης.
Καθοριστική στιγμή ήταν η Μπιενάλε της Βενετίας το 1993, όπου παρουσίασε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες και κίτρινες και μαύρες κολοκύθες, ανοίγοντας ουσιαστικά το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της καριέρας της.
Οι παραισθήσεις που έγιναν τέχνη
Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας, σε οικογένεια που διατηρούσε φυτώριο και επιχείρηση σπόρων.
Η παιδική της ηλικία ήταν αυστηρή και δύσκολη, ενώ οι γονείς της δεν υποστήριζαν την επιθυμία της να γίνει καλλιτέχνις.
Από την ηλικία των 10 ετών άρχισε να βιώνει παραισθήσεις, βλέποντας λάμψεις φωτός, αύρες και πυκνά πεδία από κουκκίδες. Οι κολοκύθες στο αγρόκτημα του παππού της έμοιαζαν να της μιλούν, ενώ τα μοτίβα στα υφάσματα έμοιαζαν να πολλαπλασιάζονται και να καταλαμβάνουν ολόκληρο το δωμάτιο.
Οι εικόνες αυτές έγιναν αργότερα βασικό κομμάτι της τέχνης της. Η ίδια επαναλάμβανε εμμονικά τις κουκκίδες και τα μοτίβα, περιγράφοντας τη διαδικασία ως μια μορφή «αυτοεξάλειψης», κατά την οποία ένιωθε ότι συγχωνευόταν με το άπειρο.
Η σχέση της με το σεξ ήταν επίσης βαθιά επηρεασμένη από τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Η ίδια είχε εξηγήσει ότι άρχισε να δημιουργεί φαλλικά μοτίβα ως τρόπο να αντιμετωπίσει τον φόβο και την αποστροφή της απέναντι στο σεξ.
Η μετακόμιση στις ΗΠΑ και η Τζόρτζια Ο’Κιφ
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Κουσάμα εργάστηκε σε στρατιωτικό εργοστάσιο ράβοντας αλεξίπτωτα, εμπειρία που επηρέασε τόσο την εξοικείωσή της με το ύφασμα όσο και τον μετέπειτα αντιπολεμικό ακτιβισμό της.
Σπούδασε τέχνη στο Κιότο και έζησε για λίγο στο Τόκιο, όμως αισθανόταν περιορισμένη από την ιαπωνική κοινωνία. Το 1957 έφυγε για το Σιάτλ, έχοντας κρύψει χρήματα μέσα στα κιμονό της για να παρακάμψει τους περιορισμούς εξαγωγής συναλλάγματος.
Παρά τα περιορισμένα αγγλικά της, είχε ήδη ξεκινήσει αλληλογραφία με την Τζόρτζια Ο’Κιφ, η οποία την ενθάρρυνε να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη το 1958.
Εκεί συνδέθηκε με καλλιτέχνες όπως η Εύα Έσσε και ο Ντόναλντ Τζαντ, ενώ είχε ερωτική σχέση με τον καλλιτέχνη Τζόζεφ Κορνέλ.
Η σχέση με τον Γουόρχολ και τον Όλντενμπουργκ
Παρότι η Κουσάμα βρέθηκε συχνά μπροστά από τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής της, δεν έλαβε τότε την αναγνώριση που απέκτησαν άνδρες συνάδελφοί της.
Τα μαλακά γλυπτά της επηρέασαν τον Κλες Όλντενμπουργκ, ενώ ο Άντι Γουόρχολ κάλυψε αργότερα ένα ολόκληρο δωμάτιο με ταπετσαρία από επαναλαμβανόμενες αγελάδες, αφού είχε δει την Κουσάμα να χρησιμοποιεί αντίστοιχη τεχνική με εικόνες σκαφών.
Το 1966 εμφανίστηκε χωρίς επίσημη πρόσκληση στην Μπιενάλε της Βενετίας, φορώντας χρυσό κιμονό και πουλώντας φθηνά ασημένια σφαιρίδια από την εγκατάστασή της «Narcissus Garden».
Η επιθετική αυτοπροβολή της επικρίθηκε τότε έντονα, αλλά δεκαετίες αργότερα αυτή η ικανότητα να συνδυάζει τέχνη και δημόσια εικόνα έγινε βασικό στοιχείο της επιτυχίας της.
Μόνιμα σε ψυχιατρικό νοσοκομείο από το 1977
Μετά τον θάνατο του Τζόζεφ Κορνέλ, η Κουσάμα επέστρεψε στην Ιαπωνία χωρίς χρήματα και σε πολύ δύσκολη ψυχολογική κατάσταση.
Το 1977 εισήχθη εθελοντικά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τόκιο, όπου επέλεξε να παραμείνει μόνιμα. Από εκεί πήγαινε καθημερινά στο κοντινό της στούντιο για να δουλέψει.
Η μεγάλη διεθνής αναγνώριση ήρθε δεκαετίες αργότερα.
Με την κόκκινη περούκα και τα πουά ρούχα της να αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας εικόνας της, η Κουσάμα αγκάλιασε τη φήμη που γνώρισε στα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Συνεργάστηκε με τη Louis Vuitton, απέκτησε δικό της μουσείο στο Τόκιο και είδε τις εγκαταστάσεις της να γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλείς στα social media.
Παρά τη μετατροπή της σε παγκόσμιο brand, η ίδια συνέχιζε να συνδέει τη δημιουργία με την ψυχική της κατάσταση.
«Παλεύω κάθε μέρα με τον πόνο, το άγχος και τον φόβο», είχε πει. «Και η μόνη μέθοδος που έχω βρει για να ανακουφίζω την ασθένειά μου είναι να συνεχίζω να δημιουργώ τέχνη».
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>