Δεν χρειάζεται να αλλάξετε ολόκληρη την γκαρνταρόμπα σας για να τα υιοθετήσετε
Βιρζινί Βιάρντ: Όσα λέει στο βιβλίο της για την απόλυσή της από την Chanel
Σπάει τη σιωπή της και εκδίδει βιβλίο μέσα από το οποίο μαθαίνουμε για την άκομψη απόλυσή της, τη σχέση της με τον Λάγκερφελντ, τον όχι και τόσο θαυμαστό κόσμο της Υψηλής Ραπτικής.
Ένα βιβλίο - εξομολόγηση από την Βιρζινί Βιάρντ
‘Ηταν για χρόνια το δεξί χέρι του Λάγκερφελντ τον οποίο και διαδέχτηκε –μέχρι που ξαφνικά απολύθηκε. Σήμερα για πρώτη φορά μιλάει για όλα αυτά σε ένα βιβλίο που, καθόλου τυχαία, κυκλοφόρησε στις 30 Σεπτεμβρίου, παράλληλα με την εβδομάδα μόδας στο Παρίσι. Το Une Regarde, Une Vie chez Chanel, λέει ο εκδότης του, «μπαίνει στα παρασκήνια ενός οίκου που σχεδόν ποτέ δεν περιγράφεται εκ των έσω».
Το βιβλίο, συμφωνούν όλοι, είναι καλογραμμένο. Και η ζωή της Βιάρντ συναρπαστική. Εκείνο όμως που οι αναγνώστες θέλουν πάνω απ΄όλα να μάθουν είναι το πώς ένιωσε όταν απολύθηκε από την Σανέλ. Σ΄αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά την αφήγησή της και η Βιάρντ, στην ημέρα της απόλυσής της στις 5 Ιουνίου του 2024.
Καταρχήν, πολλοί θεωρούν –και η ίδια το παραδέχεται- ότι η αρχή του τέλους ήταν το αποτυχημένο σόου της στη Μασαλία τον Μάιο του ίδιου χρόνου. Όπως λέει, είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι το κλίμα στην εταιρεία δεν ήταν το ίδιο. Υποψιαζόταν ότι κάποιοι δεν ήταν ικανοποιημένοι με τη δουλειά της. Δεν φοβόταν ωστόσο ότι κινδύνευε να χάσει την θέση της.
Ένα μήνα αργότερα οι αδερφοί Βερτχάιμερ, οι ιδιοκτήτες του οίκου Σανέλ, την κάλεσαν σε γεύμα. Είχε κέφια καθώς πήγαινε να τους συναντήσει -αλλά δεν έμελλε να κρατήσουν για πολύ. Στο ασανσέρ βρέθηκε τυχαία με έναν από τους αδερφούς, τον Αλέν, και άλλαξαν όλα. «Χαίρομαι που σε πετυχαίνω», της είπε σε τόνο που η ίδια περιγράφει ως «ήπιο και απολογητικό». «Ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα σου το πεί. Δεν θα είναι εύκολο».
Στο γεύμα τα αδέρφια της ανακοίνωσαν ότι δεν ήταν πλέον καλλιτεχνική διευθύντρια της Σανέλ. «Η οτ κουτύρ είναι στα καλύτερα της», σκεφτόταν εκείνη, χωρίς όμως να μπορεί να αρθρώσει λέξη, «τα έσοδα είναι μεγαλύτερα από ποτέ. Όλα λειτουργούν. Γιατί τώρα; Γιατί με αυτόν τον τρόπο; Η φωνή μου έχει μείνει κολλημένη ανάμεσα στην καρδιά μου και τον λαιμό μου. Δεν υπάρχει περιθώριο κάποιας συζήτησης. Καμμία εξήγηση. Μόνο αυτή η ανακοίνωση και η εμβρόντητη σιωπή μου». Μετά το επιδόρπιο, της έδωσαν να υπογράψει ένα χαρτί. Και τέλος.
Το ίδιο απόγευμα, σε κατάσταση σοκ ακόμη, πήγε να μαζέψει τα πράγματά της από το γραφείο και να αποχαιρετήσει τους συναδέλφους της. «Εκατόνπενήντα άνθρωποι είναι γύρω μου, με αγκαλιάζουν, κλαίνε... Αυτή η απροσδόκητη αλληλεγγύη με κάνει κομάτια, σχεδόν όσο και η ίδια η ανακοίνωση της απόλυσης μου», γράφει. Το επόμενο κιόλας πρωί η εταιρεία έχει ήδη στείλει όλα της τα προσωπικά αντικείμενα στο σπίτι της.
Τρεις εβδομάδες αργότερα, η οτ κουτύρ κολεξιόν της Σανέλ παρουσιάστηκε στο Παλέ Γκαρνιέ. Το όνομα της Βιάρντ δεν αναφέρθηκε πουθενά, λες και δεν είχε υπάρξει ποτέ. Τα εύσημα για την δημιουργία της κολεξιόν αποδόθηκαν στο “Δημιουργικό Εργαστήριο Μόδας» του οίκου. Ακόμη χειρότερα, η Βιάρντ τα έμαθε όλα αυτά από τις εφημερίδες.
Το αναπάντητο γιατί
Το βιβλίο έχει διακόσιες πενήντα σελίδες. Οι περισσότερες από αυτές είναι διαποτισμένες από τον θυμό μιας γυναίκας πληγωμένης, φοβισμένης ότι το όνομά της θα σβηστεί εντελώς από την ιστορία της μόδας. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της μετά την απόλυσή της σαν ένα φάντασμα στοιχειωμένο από τη μνήμη του Καρλ Λάγκερφελντ. Μια γυναίκα αδικημένη που αποζητά, ακόμη και τώρα, την αναγνώριση. «Αυτές οι κολεξιόν ήμουν εγώ», γράφει, «αυτή η δουλειά ήμουν εγώ. Αυτή η στάση μου στην Σανέλ - ελέυθερη, ασυμβίβαστη, πιστή στο πνεύμα του οίκου και συγχρόνως πρόθυμη να το διευρύνω- ήμουν εγώ».
Η πληγή της είναι βαθιά. Και πονάει ακόμη. Έναν χρόνο αφότου απολύθηκε διάβασε ένα άρθρο που διαχώριζε την πορεία του οίκου Σανέλ σε τρεις εποχές –την εποχή της Γκαμπριέλ Σανέλ, την εποχή του Καρλ Λάγκερφελντ και, τέλος, την νέα εποχή με την άφιξη του Ματιέ Μπλαζί που την διαδέχτηκε. Το όνομά της μόνο επιγραμματικά αναφερόταν, ως το «διάλειμα» κατά το οποίο ήταν εκείνη επικεφαλής. Η λέξη την καταρρακώνει. «Το διαβάζω ξανά», γράφει, «Το διάλειμα. Η στιγμή που το κοινό σηκώνεται, πηγαίνει στην τουαλέτα, παραγγέλνει ποτό και κουβεντιάζει στον διάδρομο. Η στιγμή όπου τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει. Το κενό ανάμεσα σε δύο σημαντικά γεγονότα».
Για όλα αυτά η Βιάρντ ποτέ ως τώρα δεν είχε μιλήσει δημόσια. Αντίθετα με τον Λάγκερφελντ που ήξερε να μαγεύει τα μίντια, εκείνη απέφευγε την δημοσιότητα. Όταν απολύθηκε, γράφει, δεν διάβασε καν τις εφημερίδες να δει πώς το παρουσιάζουν και πώς το δικαιολογούν. Και, ακόμη και σήμερα, δεν καταλαβαίνει τον λόγο που την έδιωξαν.
Άλλωστε, πάντα πίστευε ότι για τον Καρλ ήταν αναντικατάστατη, «το δεξί του χέρι και το αριστερό επίσης». Περιγράφει ένα «εκπληκτικό δημιουργικό ντουέτο», βασισμένο σε «αμοιβαίο θαυμασμό» και «ανομολόγητη αλληλεξάρτηση». Ωστόσο, ο θάνατός του την βρήκε μόνη και απροετοίμαστη. «Θα έπρεπε να είχα βρει έναν συνεργάτη», λέει, «κάποιον να μιλάω. Αλλά δεν είχα κανέναν, ενώ ο Καρλ είχε εμένα».
Κάποιοι την κρίνουν πιο αυστηρά. Όπως γράφει το Vanity Fair, ο Λάγκερφελντ μπορούσε να σχεδιάσει ένα νυφικό με τρεις μολυβιές. Εκείνη δεν ήξερε να σχεδιάζει, δούλευε με κολάζ τα οποία έπρεπενα περάσουν από το ατελιέ για να πάρουν μορφή. Ο Λάγκερφελντ είχε πάρει τη δημόσια περσόνα του –τα μαύρα γυαλιά, το άσπρο κολάρο, την όλη παρουσία του- και τα είχε κάνει προέκταση των κολεξιόν του. Εκείνη απέφευγε τις συνεντεύξεις και δυσκολευόταν να μεταφέρει σε λέξεις το όραμά της. Δεν μπορούσε, ή δεν ήθελε, να βγει μπροστά. Αυτή ήταν ίσως η αχίλειος πτέρνα της.
Αγαπητέ Καρλ
Υπάρχει ένα κομάτι του βιβλίου, ωστόσο, όπου και μπροστά βγαίνει και την ψυχή της ανοίγει –ένα ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο Αγαπητέ Καρλ, που θυμίζει ερωτική επιστολή και, μαζί, απόπειρα ψυχανάλυσης.
Τα τριάντα χρόνια που πέρασε στο πλευρό του αναδύονται κουβαλώντας συναισθήματα –θαυμασμός, τρυφερότητα, εξάρτηση, τραύματα αλλά και νάζια, όπως τότε που επίτηδες εμφανιζόταν ντυμένη με Balenciaga επειδή ήξερε ότι αυτό τον εκνεύριζε. Λεπτομέρειες για το πώς του ετοίμαζε το γεύμα του όταν εκείνος έκανε μία ακραία δίαιτα με την οποία έχασε σαράντα κιλά. Λεπτομέρειες και για τους τελευταίους του μήνες, τις επισκέψεις στο νοσοκομείο, τις παραξενιές και τις εκκεντρικότητες που όπως κάθε ιδιοφυία έτσι κι αυτός δικαιωματικά είχε.
Ο θυμός πάντοτε παρών. «Πώς εξηγείται να δίνει κανείς τόσο πολλά σε κάποιον που τον πληγώνειτ όσο συχνά;», τον ρωτάει, ακόμη και σήμερα. Και δεν ξεχνάει τον πόνο που ένιωθε όταν άλλοι έπαιρναν τα εύσημα για την σκληρή δουλειά της. Όπως τις πολλές φορές που βρέθηκε να κλαίει μόνη σε ένα δοκιμαστήριο επειδή η Αμάντα Χάρλεχ, Βρεττανή αριστοκράτισσα, φίλη και μούσα του Λάγκερφελντ, παρουσίαζε τις νέες κολεξιόν στους δημοσιογράφους λες και ήταν δικές της.
Πέρα από τον θυμό, ωστόσο, και την απογοήτευση, το βέβαιο είναι ότι της λείπει. «Θα ήθελα να ακουμπήσω το κεφάλι μου στον ώμο σου», γράφει, «όπως συνήθιζα να κάνω, να κρατώ το χέρι σου και στο πλευρό σου να μείνω να θυμάμαι τα παλιά». Και καταλήγει «Σου στέλνω την αγάπη μου με όλη μου την καρδιά, η Βιρζινί σου». Της λείπει πολύ.
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>