Η καλή πλευρά του κόσμου
© Brooke Cagle / Unsplash

Η καλή πλευρά του κόσμου

Όταν πιστεύεις ότι οι άλλοι είναι καλοί, γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος ΚΑΙ περνάς καλύτερα
  • A-
  • A+
Η καλή διάθεση βοηθάει να πάνε τα πράγματα καλύτερα και όχι χειρότερα.

Είναι κουραστικό να περιμένεις με το δίκαννο, σίγουρος πως ο άλλος θα σ' τη φέρει. Και είναι πολύ χαλαρωτική η αντίθετη τακτική: να κινείσαι με τη βεβαιότητα ότι ο άλλος (καλή του ώρα) είναι εξαιρετικής ποιότητας άνθρωπος και δεν πρόκειται να σ' τη φέρει ποτέ.

Συναντάς κάποιον σε μια δουλειά ή ονλάιν, π.χ., και όλοι σου λένε «πρόσεχε, είναι κακός άνθρωπος». Μόνο που εσύ τον βλέπεις σαν καλόν άνθρωπο. Δηλαδή, όσες φορές και να σου έχει συμβεί η ανάποδη, εξακολουθείς να βλέπεις τους ανθρώπους σαν βασικά καλούς, καλοπροαίρετους και τζάμια. Γιατί διαφορετικά είσαι σαν πολεμικός ανταποκριτής –περιμένεις πότε θα σκάσει η βόμβα– και κανένας δεν ζηλεύει τη ζωή ενός πολεμικού ανταποκριτή. Ούτε καν του σταρ πολεμικού ανταποκριτή, που αυτή τη στιγμή δεν μου έρχεται κανένας.

Ίσως είμαι ναΐφ επειδή δούλευα πάντα σε εργασιακούς χώρους οι οποίοι δημιουργούν, ή μάλλον λειτουργούν, σαν εναλλακτικές οικογένειες: τα περιοδικά, τα σενάρια, πλατό, σήριαλ, οι «παραγωγές», είναι στην ουσία ομάδες ανθρώπων λίγο βλαμμένων, και για να δένεις στην εκάστοτε ομάδα εξυπακούεται ότι την έχεις τη δόση σου. Η ομάδα, επειδή σε τρώει στη μάπα πολύ καιρό, γίνεται εναλλακτική οικογένεια. Κι εσύ γίνεσαι μέλος της οικογένειας, για όσο κρατήσει. Ένα σενάριο για σήριαλ κρατάει περίπου έναν χρόνο μαζί με τα γυρίσματα, ή περισσότερα χρόνια (βλέπε «Φιλαράκια»: ολόκληρη δεκαετία…), το σενάριο ταινίας μεγάλου μήκους παίρνει έναν χρόνο να γραφτεί και άλλον έναν να γυριστεί. Το όποιο περιοδικό (προ ενθέτων εφημερίδων) άντεχε από τρεις μήνες μέχρι ένα σωρό χρόνια, ανάλογα με το πόσο καλά λειτουργούσαν μεταξύ τους τα μέλη της οικογένειας. Ακόμα και σήμερα στα σάιτ και στα ένθετα, όντως, εφημερίδων, κάπως έτσι είναι λέει το σύστημα, ντεμι-οικογενειακό.

Ξεκινάς λοιπόν μπαίνοντας σιγά-σιγά στην οικογένεια και χωρίς να σκέφτεσαι ότι πρόκειται για προσωρινή κατάσταση: όπως συμβαίνει στους έρωτες, έτσι και στους επαγγελματικούς/οικογενειακούς χώρους δεν μπορείς να δεις πέρα από τη μύτη σου, το Μέλλον είναι «αύριο που κλείνουμε τεύχος» ή «μεθαύριο που δίνουμε κείμενο», ή «τεσερσήμισι μέρες ένα επεισόδιο». Είναι λίγο περίεργο γιατί την πρώτη-πρώτη μέρα έναρξης μίας συνεργασίας, γνωρίζεις πέντε-δέκα ανθρώπους και ξέρεις ότι μαζί τους θα περάσεις από Σκύλλα και Χάρυβδη στους επόμενους μήνες. Μερικές φορές υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους κάποιος που θα σε ρίξει, κάποιος που θα σου βάλει τρικλοποδιά και κάποιος που δεν θα σταθεί στο ύψος του... αλλά δεν είναι σωστό να το δεις έτσι το ζήτημα. Το «σωστό» είναι ξενέρωτη λέξη: δεν είναι καλό για την ψυχική σου υγεία και για την τρέλα που κουβαλάς να το δεις έτσι. Πρέπει, υποχρεωτικά, να το δεις αλλιώς

΄Η ίσως το πιο βολικό είναι να αφήσεις το ένστικτό σου ελεύθερο μεν, δεμένο στο κάγκελο του μπαλκονιού δε: το ένστικτό σου θα φωνάξει εξ αρχής «ο Τάδε είναι κακό παιδί» και «ο Δείνα κλέβει ιδέες/τάλιρα/μαντολάτα». Αν το αμολήσεις, το ένστικτό σου μπορεί να παρανοήσει και να αρχίσει να τους βγάζει όλους σκάρτους, επομένως η οικογένεια πάει κατά  διαόλου χωρίς να της δοθεί καν μια ευκαιρία να αποδείξει την ισχύ της. Με λίγο συμμάζεμα, το ένστικτο δείχνει τους σωστούς ενόχους. Με λίγο παραπάνω συμμάζεμα, δεν δείχνει τίποτα και σε αφήνει να κάνεις τη δουλίτσα σου ήσυχη. Δε σε νοιάζουν οι οχτροί, σε νοιάζει τι μπορείς να κάνεις με τους φίλους.

Η εναλλακτική οικογένεια ως χώρος εργασίας υπάρχει ακόμα και σε δουλειές που δεν σηκώνουν dramaqueens, πολλά γελιο-κλάματα και «νούμερα», όπως τράπεζες, σχολεία, γραφεία, εργοστάσια, νοσοκομεία κλπ. Αλλά η λογική είναι η ίδια. Αν δουλεύεις στην τράπεζα κι η φωνούλα μέσα σου λέει «αυτός είναι κακός άνθρωπος», οφείλεις να την αγνοήσεις, όπως κι αν δουλεύεις σε περιοδικό/σαιτ, θέατρο, σήριαλ, ταινία, τσίρκο και πάει λέγοντας. Οφείλεις να αντιμετωπίσεις τους πάντες σαν να είναι μέλη της οικογένειάς σου, επομένως σαν καλούς ανθρώπους. (Εκτός από αυτούς που δεν χωνεύεις με τίποτα, και για τους οποίους δεν υπάρχει λόγος να σκοτώνεσαι. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες...)

Παρένθεση για κουλή, σόρι, παλιά βουλγάρικη παροιμία: ένας πεινασμένος σκύλος φτάνει μπροστά σε τοίχο από καθρέφτες και γαυγίζει άγρια, ο αντικατοπτρισμός του ανταποδίδει το γαύγισμα και ο σκύλος, τρομοκρατημένος, τρέπεται σε φυγή. Δεύτερος σκύλος επίσης λιμάρης φτάνει στον ίδιο καθρέφτη, κουνάει την ουρά του, βλέπει στον καθρέφτη έναν χαριτωμενουάρ σκύλο να του κουνάει την ουρά, πάει κοντά χαρούμενος, κάποιος του ανοίγει και του δίνει φαγητό. Ο δεύτερος σκύλος με την καλή διάθεση ανταμείφθηκε ενώ ο γρουσούζης όχι. Καλά, καταλαβαίνω ότι είναι άσχετη η παροιμία, που παίζει να μην είναι καν βουλγάρικη (μου την είπε φίλη Βουλγάρα…) αλλά έψαχνα ευκαιρία να τη μοιραστώ, επειδή μου αρέσει τόσο. Το φιλοσοφικό συμπέρασμα είναι ότι η καλή διάθεση βοηθάει, και δεν υπάρχει λόγος να κάνεις αγριάδες μπροστά σε καθρέφτες.

Τέλος, κι επειδή σας έχει πιάσει ένας πονοκέφαλος, έχω παρατηρήσει ότι κανένας Κακός άνθρωπος δεν είναι αυθεντικά Κακός, από τον Χίτλερ και μετά, που ήτανε Ο καρα-κακός, όπως και αν βγάλουμε στην άκρη τους σίριαλ κίλλερς και  αυτούς που σου παίρνουν τη σειρά στις ουρές. Αν αντιμετωπίσεις τον μέσο Κακό άνθρωπο σαν να είναι Καλός, γλυτώνεις την ταλαιπωρία τού να «φυλάς τα νώτα σου». Δεν αξίζει να φυλάει κανείς τα νώτα του. Δηλαδή είναι βαρετό και ψυχοφθόρο πράγμα να κινείσαι σκιαγμένος, σα να περιμένεις πότε θα σκάσει η βόμβα – αν σκάσει, έσκασε. Αλλά οι πιθανότητες είναι να μην σκάσει. Οι πιθανότητες είναι με τη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», αυτήν που δεν είναι άσπρη ή μαύρη, άρα δεν είναι ξερά Καλή ή Κακή. Η «γκρίζα ζώνη» είναι η ενδιάμεση κατάσταση στην οποίαν βρίσκονται οι άνθρωποι όταν είναι βασικά καλοί, όπως όλοι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις, μπερδεύονται ώρες ώρες και κάνουν κακίες, ίσως επειδή κυκλοφορούνε φυλάγοντας τα νώτα τους. Τι το πολύτιμο έχουν αυτά τα νώτα, και τι θα γίνει στο φινάλε αν εισπράξεις (άλλη) μία κατραπακιά; Θα σηκωθείς, θα ξεσκονίσεις τα ωραία σου νώτα και θα συνεχίσεις σα να μη τρέχει τίποτα. Σιγά τη ζημιά...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Λίντα Εβανγκελίστα, 1996
Λίντα Εβαντζελίστα: Να είσαι εξήντα και να μοιάζεις με τριάντα
Ο θυμός της πανδημίας
Back to top