Το καλοκαίρι της Ίου

Ύστερα από 8 ώρες ταξίδι και κάμποσες μπίρες έφτασα στο νησί

Στη δουλειά πήγαινα κατά τις 11, αλλά εκείνη τη μέρα εμφανίστηκα στις 2. Είχα αναλάβει να βγάλω τις καλοκαιρινές άδειες. Μου είχανε πει οι συνάδελφοι πότε προτιμούσε να φύγει ο καθένας κι εγώ προσπαθούσα να ταιριάξουν οι ημερομηνίες. Για τον εαυτό μου είχα βολέψει ένα δεκαήμερο στο τέλος του κάθε μήνα από τους τρεις του καλοκαιριού. 

Ο διευθυντής μας σ’ εκείνη τη δουλειά είχε σουλούπι λοχία. Κι όταν με πέτυχε στο διάδρομο, κοντοστάθηκε με τα χέρια στη μέση: «Τι ώρα είναι αυτή;» «Μου έτυχε κάτι έκτακτο». «Άσε τις μαλακίες». Πήγε να φύγει, αλλά ξαναγύρισε: «Φεύγεις από σήμερα με 15 μέρες άδεια». «Μα δε γίνεται, αφού τις ετοιμάσαμε τις άδειες, τις έχουμε κανονίσει». «Φεύγεις από σήμερα, είπα. Άντε μη φύγεις για πάντα».

Ήτανε 25 Μαΐου και έκανα έρευνα ποια νησιά θα μπορούσαν να έχουν κόσμο τέτοια εποχή. Μύκονος, Σαντορίνη, Ρόδος και άλλα παρόμοια απορρίφθηκαν και κατέληξα στην Ίο. Αναχώρησα το πρωί στις 29 του μήνα.

Εκείνη την εποχή ήμουνα λίγο ντροπαλός. Δεν έκανα εύκολα το πρώτο βήμα. Επίσης, δεν ήξερα καλά αγγλικά. Στο καράβι προσπαθούσα να σκέφτομαι στα αγγλικά, για εξάσκηση. «Δις ις ε σιπ». «Δις ις ε τσέαρ». «Μάι νέιμ ις τάκις. Γιορς;» «Άι εμ φρομ γκρις. Γιου;» και διάφορα τέτοια. Ύστερα από 8 ώρες ταξίδι και κάμποσες μπίρες διαπίστωσα ότι η εξάσκηση είναι καλή, αλλά και οι μπίρες βοηθάνε. Τουλάχιστον δεν το πολυσκέφτεσαι ότι θα κάνεις κάνα λάθος.

Στο κάμπινγκ του Μυλοπότα έφτασα το απόγευμα και πρέπει να ήμουν ο μοναδικός Έλληνας τουρίστας τέτοια εποχή. Όταν τακτοποιήθηκα βγήκα στην καφετέρια-εστιατόριο του κάμπινγκ και ήταν μαζεμένοι κάμποσοι ξένοι, μπορεί και 100 άτομα, που βλέπανε σινεμά στον τοίχο. Έβαζε σινεμά κάθε βράδυ 8 με 10 και αράζανε όλοι να δούνε. Έκατσα σε ένα τραπέζι παραπέρα και αισθάνθηκα μόνος.

Από το ίδιο πρώτο βράδυ ανακάλυψα ότι υπήρχε το Loop, αυτό που είναι ακόμα στο Θησείο και τα ήξερα τα παιδιά. Έτσι, το Loop έγινε η δεύτερη στάση της βραδιάς μου, μετά το καφενείο στην αρχή της πλατείας. Ήταν εντυπωσιακό: Υπήρχαν στιγμές που ήμουν ο μοναδικός άνδρας πελάτης στο Loop, αλλά αυτό συνέβαινε και σε άλλα μπαράκια. Έτσι, άρχισα να το παίζω άνετος. Μέχρι που τα έπινα για τα καλά και μετά άρχιζα να κολλάω σε όλες, αλλά χωρίς να συμβαίνει και τίποτα σοβαρό.

Στο μεταξύ, δεν θυμάμαι πού και πώς αλλά είχα γνωρίσει δυο τύπους και ψιλοκάναμε παρέα. Έναν Έλληνα με μοϊκάνα αλλά όχι πάνκης, πιο πολύ σε κάγκουρα έφερνε, και έναν μισό Αμερικάνο, μισό Φιλιππινέζο. Ο Αμερικάνος ήτανε δάσκαλος σερφ και ο άλλος υπάλληλος στο σερφάδικο.

Μια μέρα κατά τις 6 το απόγευμα καθόμουν στον Μυλοπότα, ανακάτευα την άμμο και μου φαίνεται ότι δεν σκεφτόμουν τίποτα, όταν έκατσαν στα 7-8 μέτρα δύο κορίτσια, τουρίστριες. Μου φάνηκε ότι πότε-πότε κοιτάγανε. Δίστασα μία, δύο, τρεις, με τα πολλά το αποφάσισα.

«Χάι, γκερλς. Χάου αρ γιου; Μάι νέιμ ις τάκις. Κεν άι σιτ;» Εκείνες ήταν η μία από την Αυστραλία και η άλλη από την Αμερική. Είχανε γνωριστεί σε μια ταβέρνα που δούλευαν κάτι μέρες για τα έξοδα, αλλά τώρα είχανε σταματήσει να δουλεύουν. Όταν μετά από καμιά ώρα είπαν ότι θα αρχίσουν να ετοιμάζονται για να γυρίσουν στη Χώρα, πρότεινα καμιά μπίρα στο κάμπινγκ και ακολούθησε μόνο η Άννα.

Ήτανε 20 χρονών, από την Αλαμπάμα, κάτι σπούδαζε και έκανε διακοπές στην Ευρώπη για κάνα δίμηνο. Η Ελλάδα ήταν η τελευταία της στάση και δυο μέρες μετά θα έφευγε για Σαντορίνη, να βρει μια φίλη που ταξίδευαν μαζί. Μελαχρινή, με μαύρα μακριά σπαστά μαλλιά, τέσσερα πέντε κιλάκια παραπάνω που την ομόρφαιναν και μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρουσα. Εγώ, πάλι, αν και ήμουν 27, αισθανόμουν σαν μαλάκας. Τελικά, κλείσαμε ραντεβού για το βράδυ στις 11 στο Loop.

Κατά τις 10 ήμουν ήδη στο καφενείο για ζέσταμα και στις 11 μπήκα στο Loop αεράτος. Μετά από κάνα δεκάλεπτο ήρθε και η Μαίρη και μετά η Αυστραλέζα και κάτι άλλες κοπέλες. Όσο περνούσε η ώρα η Μαίρη μού φαινόταν όλο και πιο όμορφη, αλλά κι εκείνη όλο με τράβαγε να χορέψουμε, με αγκάλιαζε, μόνο που δεν με φίλησε, αλλά εγώ πλέον αισθανόμουν ο Βασιλέας του Loop και, με την άνεση της σιγουριάς, μετέφερα την κίνησή μου για αργότερα.

Πολύ αργότερα φύγαμε για την Disco 69 και στα πεζούλια απέξω κάθονταν οι φίλοι μου, ο κάγκουρας και ο Αμερικάνος, και κάτσαμε μαζί τους. Η Μαίρη και ο Αμερικάνος άρχισαν την κουβέντα, ο κάγκουρας τα δικά του, μπήκα λίγο μέσα, όταν βγήκα πάλι κουβέντα η Μαίρη με τον Αμερικάνο. Άρχισα να τσατίζομαι και ανακοίνωσα ότι θα επέστρεφα σε λίγο, αλλά δεν επέστρεψα ποτέ.

Την άλλη μέρα δεν είδα κανέναν από την παρέα. Στην αρχή ήμουν ακόμα ψιλοτσατισμένος αλλά όσο πέρναγε η ώρα κατέληγα ότι είχα κάνει μαλακία. Η επόμενη μέρα θα ήταν η τελευταία της Άννας στην Ίο. Κοίταξα στην παραλία, ρώτησα τέσσερις πέντε γνωστούς που μας είχαν δει μαζί και δεν ήξεραν, και μετά βρήκα την Αυστραλέζα φίλη της η οποία μου είπε πού έμενε στη Χώρα.

Καθόταν στην αυλή σε ένα πεζούλι και φθάνοντας τη χαιρέτησα και καθώς το τσιγάρο μου τελείωνε, αντί να της πω «υπάρχει κάνα τασάκι;», της λέω «να το σβήσω εδώ;», κάτω δηλαδή, και μου λέει «άι ντοντ νόου, ιτ ις γιορ κάντρι». Της είπα ότι την άλλη φορά εξαφανίστηκα γιατί θύμωσα χωρίς να φταίει εκείνη, έβαλα και το ποτό στη μέση, της είπα ότι χάρηκα πολύ και να έχει καλή συνέχεια και της έδωσα το τηλέφωνό μου, αν κάτι χρειαζόταν όταν ερχόταν στην Αθήνα, να με πάρει.

Έμεινα δυο τρεις ημέρες ακόμα, μπάνιο και λιώσιμο, είδα και τον Αμερικάνο μια μέρα αλλά απέφυγα να τον κάνω παρέα και όταν έφτασα στη μαυρίλα του Πειραιά ψυχοπλακώθηκα.

Ένα πρωί με ξύπνησε η μάνα μου και μου λέει «τηλέφωνο». «Να πάρει μετά». «Είναι μια κοπέλα που μιλάει στα αγγλικά». Είχε έρθει από χθες το βράδυ και το μεσημέρι θα πέταγε για Αμερική. Συναντηθήκαμε στο Μοναστηράκι, κάναμε βόλτες κάνα δίωρο και μετά προθυμοποιήθηκα να την πάω στο αεροδρόμιο, που τότε ήταν στο Ελληνικό. Ζήτησα τη διεύθυνσή της, φιληθήκαμε στο μάγουλο κι εκείνη τη μέρα έφτασα στη δουλειά κατά τις 4.

Μετά από κάνα μήνα της έστειλα γράμμα. Της έγραφα αυτά που κανονικά θα έπρεπε να της έχω πει από κοντά. Ότι ήταν πολύ όμορφη. Ότι θα ήθελα πολύ να την ξαναδώ. Και ότι θα ήθελα πάρα πολύ να τη φιλήσω. Κάνα δυο μήνες μετά μου απάντησε ότι το καλοκαίρι μπορεί να ερχόταν ξανά στην Ευρώπη, ίσως και στην Ελλάδα. Της έστειλα κι εγώ ένα γράμμα ακόμα κι αυτά τα τρία γράμματα ήταν όλη μας η αλληλογραφία.

Πριν λίγες μέρες καθόμασταν μ’ ένα φίλο και μου λέει «λες να πάμε καμιά Ίο;». Γιατί όχι, δεκαπέντε χρόνια πάνε από την τελευταία φορά.