Το «μουτρωμένο βλέμμα» της Gen Z: Τάση, στάση και nonchalant vibe
To «Gen Z pout» και η εσκεμμένη απόσταση
Το «μουτρωμένο βλέμμα» της Gen Z: Από το χαμόγελο στο μούτρο και πώς αλλάζει η γλώσσα της φωτογραφίας
Έχεις παρατηρήσει τώρα τελευταία ότι έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο φωτογραφιζόμαστε; Ως millennial χαμογελούσα ψεύτικα (συνήθως) και εξαναγκαστικά (πάντα) στις φωτογραφίες, γιατί ποιο το νόημα να βγάλω φωτογραφία μουτρωμένη, αφού θέλω να την προσθέσω στο άλμπουμ και να τη δείχνω λέγοντας πόσο τέλεια είχα περάσει, ανεξάρτητα απ’ το εάν αυτό είναι αλήθεια. Και, τέλος πάντων, ο φωτογράφος –ή αλλιώς ο μπαμπάς μου – θα αρνιόταν να πατήσει το κλικ αν ήμουν μουτρωμένη.
Στο κόκκινο χαλί, στο TikTok και στις αμέτρητες selfies που κατακλύζουν τις οθόνες μας, ένα συγκεκριμένο βλέμμα επανέρχεται με εμμονική συχνότητα: μισόκλειστα αινιγματικά μάτια, χείλη ελαφρώς σφιγμένα, μια έκφραση που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στην αδιαφορία και την εσωστρέφεια, στο μυστήριο και το σνομπ. Τα διεθνή μέσα το βάφτισαν «Gen Z pout» και, όπως συμβαίνει συχνά με τις ψηφιακές ετικέτες, η συζήτηση φούντωσε πριν καν αποκρυσταλλωθεί το τι ακριβώς περιγράφει – κι αν περιγράφει κάτι.
Τα περισσότερα άρθρα που θα εμφανιστούν αν γκουγκλάρεις το «Gen Z pout» έχουν φωτογραφία τη Λίλι-Ρόουζ Ντεπ, και όχι άδικα. Έπειτα ακολουθούν Ρέιτσελ Σένοτ και Αριάνα Γκρίνμπλατ. Μπροστά στον φακό το χαμόγελο σβήνει και υιοθετείται αυτή η ελεγχόμενη αποστασιοποίηση. Πολλές αναλύσεις ερμηνεύουν το μούτρωμα ως αισθητική επιλογή υψηλής μόδας, άλλοι ως ειρωνικό σχόλιο πάνω στην ίδια την κουλτούρα της εικόνας. Και κάπου ανάμεσα σ’ αυτές τις υπεραναλύσεις, η Gen Ζ – που δεν ενεργεί απαραίτητα με γνώμονα τις αναλύσεις των υπολοίπων μας.
Οι μικροτάσεις δεν εφευρέθηκαν τώρα. Αντιθέτως, υπήρχαν από πάντα, με άλλες μορφές, και διαδίδονταν από στόμα σε στόμα. Πλέον τα social media έχουν μετατραπεί σε μια βιομηχανία κέρδους, έναν αγώνα δρόμου υψηλών ταχυτήτων, που δεν αφήνει ιδιαίτερο χώρο για αυτοέκφραση. Οι μικροτάσεις σηκώνουν και μικροαναλύσεις, κι έτσι οτιδήποτε εμφανίζεται στις οθόνες μας ως μοτίβο μετατρέπεται αυτόματα σε γενεαλογικό γνώρισμα.
Πριν από λίγο καιρό, η ίδια γενιά κατηγορήθηκε για το λεγόμενο «κενό βλέμμα», μια υποτιθέμενη αμήχανη παύση κι ένα βλέμμα αφ’ υψηλού μπροστά σε ερωτήσεις κυρίως στον εργασιακό χώρο. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: πρόκειται για την ανάγκη να οριστεί μια γενιά μέσα από επιφανειακά σημάδια και από αντίστοιχες τάσεις που πάντοτε υπήρχαν, απλώς παίρνουν άλλη μορφή.
Γενικά όλοι ασχολούμαστε με το τι κάνει η Gen Z – και πάρτε ταμπέλες και πάρτε και σκεπτικισμό και δώσ’ του περισσότερα άρθρα και αναλύσεις. Για πολλούς νέους, η εμμονή με το «Gen Z αυτό» και «Gen Z εκείνο» αγγίζει τα όρια της υπερβολής. Υπάρχει βέβαια λογική εξήγηση γι’ αυτή την «εμμονή», καθώς η Gen Ζ είναι η πρώτη γενιά που έχει περάσει τόσα σημαντικά γεγονότα χωρίς πριν να έχει συνηθίσει την κανονικότητα. Ίσως, λοιπόν, ο υπόλοιπος κόσμος αναρωτιέται πώς θα καταλήξει αυτό το κοινωνικό πείραμα.
Και για να λέμε και του στραβού το δίκιο, όλες οι γενιές είχαμε «μόδες». Να σας θυμίσω το «duck face» της δεκαετίας του 2010, που σουφρώναμε όλοι τα χείλη μας σαν πάπιες και μερικοί μάλιστα κρατούσαμε χαρακτηριστικά αυτή την απαίσια φράντζα που κάναμε όταν ήμασταν μικροί; Αυτός ο υπερτονισμένος μορφασμός των χειλιών συνδέθηκε με πρόσωπα όπως η Μέγκαν Φοξ και η Κιμ Καρντάσιαν. Εκείνη η αισθητική ήταν επιτηδευμένη, δήλωνε ξεκάθαρα «ξέρω ότι φωτογραφίζομαι και ποζάρω γι’ αυτό». Το σημερινό ύφος φαίνεται να κινείται στον αντίποδα. Η κάμερα υπάρχει, αλλά δεν καθορίζει τη στάση. Ή τουλάχιστον αυτό επιδιώκεται να παρουσιαστεί.
Όπως αναφέρει το i-D Magazine, η συγγραφέας Ρέιν Φίσερ-Κουάν είχε ήδη από το 2022 επιχειρήσει να περιγράψει αυτή τη μορφή έκφρασης ως μια «αποσυνδεδεμένη πόζα», υπονοώντας μια εσκεμμένη απόσταση από το περιβάλλον. Η ιδέα ότι κάποιος «συνελήφθη» σε μια στιγμή… ενδοσκόπησης φαίνεται να λειτουργεί ελκυστικά σε μια εποχή όπου τα πάντα μοιάζουν σκηνοθετημένα.
Διαβάζοντας άρθρα, συνειδητοποίησα πως έχει αποδοθεί στο pouting μια ιστορική διάσταση. Πολύ πριν από τα κοινωνικά δίκτυα, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Μπάστερ Κίτον είχε ανακαλύψει τη δύναμη της ανέκφραστης παρουσίας. Ο Κίτον, που υπηρέτησε τον βωβό κινηματογράφο, ανακάλυψε πως, όσο πιο ακίνητο παρέμενε το πρόσωπό του, τόσο πιο έντονη ήταν η αντίδραση του κοινού. Η σοβαρότητα λειτουργούσε ως καταλύτης για το γέλιο. Έκτοτε, πολλοί κωμικοί υιοθετούν μια περσόνα βασισμένη στο θυμοσοφικό χιούμορ (deadpan humor), όπου η ένταση προκύπτει από την αντίθεση ανάμεσα στο πλαίσιο και την έκφραση. Οπότε ίσως δεν είναι σύμπτωμα υπαρξιακής κόπωσης, αλλά ένα τρεντ που επαναλαμβάνεται.
Παράλληλα, υπάρχει και μια διάσταση ισχύος, ανωτερότητας και κύρους. Στη δεκαετία του ’90, μοντέλα όπως η Ναόμι Κάμπελ και η Λίντα Εβαντζελίστα περπατούσαν στις πασαρέλες αγέρωχες, μα κυρίως αγέλαστες. Το βλέμμα τους διαπερνούσε τον φακό, εκπέμποντας αυτοπεποίθηση και έλεγχο. Η απουσία έκφρασης δεν σήμαινε απουσία συναισθήματος, αλλά υποδήλωνε την απόλυτη κυριαρχία τους στο runway.
Όταν είχε εμφανιστεί το Instagram στις ζωές μας, η πρώιμη κουλτούρα που ακολουθήθηκε παγκοσμίως κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έγιναν ξαφνικά ευρέως διαθέσιμα τα φίλτρα. Τα φίλτρα έκαναν τα πρόσωπά μας να μοιάζουν με κόπιες και κάπως έτσι όλοι δείχναμε τέλειοι και λαμπεροί. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η σημερινή στροφή μοιάζει με αποφόρτιση. Λιγότερη προσπάθεια για να φανεί ότι δεν υπάρχει προσπάθεια.
Η ερευνήτρια ψηφιακής κουλτούρας και δημοσιογράφος στο BuzzFeed, Κέλσι Γουίκμαν έχει επισημάνει ότι τέτοιες ονομασίες ευνοούνται από τους αλγορίθμους, καθώς προκαλούν αντιδράσεις και συζητήσεις. Οι νέοι σπεύδουν να σχολιάσουν αν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, ενώ οι μεγαλύτεροι αναζητούν σημάδια ότι παραμένουν «ενημερωμένοι». Η ίδια η διαφωνία γίνεται καύσιμο για τη διάδοση της τάσης.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι η αδιάκοπη έκθεση στο ίδιο μας το πρόσωπο. Το camera roll σχεδόν όλων μας είναι γεμάτο με φωτογραφίες του προσώπου μας. Όταν έχεις βγάλει πρακτικά την ίδια σέλφι 20 φορές, κάθε λεπτομέρεια αρχίζει να γίνεται ορατή και τελικά σημαντική. Αυτό ωθεί αυτόματα τον εγκέφαλο να αναλύσει τι μένει, τι φεύγει, τι αντιλαμβάνεται ως ωραίο και αποδεκτό. Η παρατήρηση μετατρέπεται σε αυτοπαρατήρηση, και τελικά σε αυτοσυνείδηση. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια ελάχιστη κίνηση των χειλιών αποκτά σημασία.
Σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, αξίζει να αναγνωρίσουμε και την επιρροή που ασκείται για την ταύτιση με ένα συγκεκριμένο look, η οποία συχνά οδηγεί και στο τραπέζι του πλαστικού χειρουργού, ώστε αργότερα να έχουμε τη snatched-nonchalant φωτογραφία που θα πάρει πολλά like.
Υπάρχει, βέβαια, μια ειρωνεία εδώ. Η επιδίωξη της αβίαστης εικόνας συχνά απαιτεί εξάσκηση. Η «χαλαρή» έκφραση δεν είναι πάντα αυθόρμητη. Χρειάζεται έλεγχος, επανάληψη, ακόμη και δοκιμές μπροστά στον φακό, πρέπει να αναζητήσεις τη σωστή γωνία, εκείνη που θα εξαφανίσει το προγούλι και θα κάνει τα ζυγωματικά σου να φαίνονται ανοδικά. Η φυσικότητα κατασκευάζεται, όπως ακριβώς και η επιτήδευση, όπως ακριβώς εξαναγκαζόμουν κι εγώ να προσφέρω στην οικογενειακή μας κάμερα το σωστό, το φωτεινό χαμόγελο.
Το pout stare είναι ένα ακόμη ένα στιγμιαίο φαινόμενο της διαδικτυακής κουλτούρας. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες εκφράσεις επανέρχονται με διαφορετικές μορφές. Από τον βωβό κινηματογράφο και τις πρώτες φωτογραφίες ever μέχρι τα social media, το ανέκφραστο πρόσωπο λειτουργεί ως καμβάς πάνω στον οποίο προβάλλονται προσδοκίες, ερμηνείες και επιθυμίες.
Η σημασία του «Gen Z pout» δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ίδια την έκφραση, αλλά στον τρόπο που την παρατηρούμε. Και, στο τέλος της ημέρας, δεν έχει και πολλή σημασία!
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>