Γυναίκες χωρίς παιδιά
© Isaac Quesada/Unsplash
Lifestyle

Οι γυναίκες χωρίς παιδιά δεν είναι πια εξαίρεση — και αυτό αλλάζει τα πάντα

Γιατί όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να μη γίνουν μητέρες

Όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να μη γίνουν μητέρες — και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Τι κρύβεται πίσω από τη μεγάλη αλλαγή που ανησυχεί τους δημογράφους;

Οι γυναίκες χωρίς παιδιά ήταν κάποτε η εξαίρεση του κανόνα. Ήταν η γυναίκα που «κάτι πάει στραβά μαζί της», η γεροντοκόρη, αυτή που δεν κατάφερε να «τυλίξει» κάποιον και άλλα τέτοια σαγηνευτικά. Όμως κάτι συνέβη για πρώτη φορά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ένα αθόρυβο δημογραφικό ρήγμα διευρύνεται συνεχώς. Όλο και περισσότερες γυναίκες δεν γίνονται μητέρες, όχι απαραίτητα επειδή «δεν μπορούν», αλλά επειδή συχνά επιλέγουν να μη γίνουν. Αυτή η μετατόπιση της προσωπικής επιλογής επηρεάζει την οικονομία και την αγορά εργασίας και αλλάζει την έννοια της οικογένειας όπως τη γνωρίζαμε.

Μια πρόσφατη έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσιρ αποτυπώνει με εντυπωσιακή σαφήνεια το φαινόμενο: το 2024, στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφονται 5,7 εκατομμύρια περισσότερες άτεκνες γυναίκες σε ηλικία τεκνοποίησης απ’ ό,τι θα ανέμενε κανείς με βάση τα ιστορικά δεδομένα. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αλλαγής, το αντίστοιχο «κενό» ήταν μόλις 2,1 εκατομμύρια το 2016 και 4,7 εκατομμύρια το 2022. Σε βάθος 17 ετών, αυτό μεταφράζεται σε 11,8 εκατομμύρια λιγότερες γεννήσεις από τις αναμενόμενες.

Όπως σημειώνει ο κοινωνιολόγος και δημογράφος Κένεθ Τζόνσον, η αύξηση της ατεκνίας είναι εντονότερη στις γυναίκες κάτω των 30, ακριβώς εκεί όπου η πτώση της γονιμότητας είναι πιο απότομη. Το παράδοξο είναι ότι, παρότι υπάρχουν σήμερα περισσότερες γυναίκες ηλικίας 20 έως 39 ετών σε σχέση με το 2006, πολύ λιγότερες από αυτές έχουν αποκτήσει παιδί. Βλέποντας τους αριθμούς και μόνο καταλαβαίνει κανείς ότι η απόκλιση είναι πολιτισμική.

Από την «αναβολή» στην επιλογή

Για χρόνια, η κυρίαρχη αφήγηση ήθελε τις γυναίκες να καθυστερούν τη μητρότητα για να σπουδάσουν, να δουλέψουν, να «σταθούν στα πόδια τους» και τελικά να κάνουν παιδιά αργότερα. Όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτή η αναβολή δεν καταλήγει πάντα σε τεκνοποίηση. Οι γεννήσεις αυξάνονται ελαφρώς στις μεγαλύτερες ηλικίες (35-49), αλλά όχι αρκετά για να αντισταθμίσουν τη μεγάλη πτώση στις νεότερες. Αναλύοντας το φαινόμενο, θα λέγαμε πως πλέον οι γυναίκες αλλάζουν εντελώς την αντίληψή τους για την τεκνοθεσία. Δηλαδή, το βάρος που εναποθέτουν οι κοινωνικές νόρμες πάνω σε γυναίκες (και άντρες) να αποκτήσουν παιδιά μετατοπίζεται στην επιλογή και το ερώτημα «θέλω;». Με λίγα λόγια, οι ηλικίες 35-49 υποδηλώνουν πως η απόφαση δημιουργίας οικογένειας έρχεται μετά από ώριμη σκέψη, απελευθερωμένη από τα κοινωνικά στερεότυπα.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που οι δημογράφοι αποκαλούν «δημογραφικό γκρεμό»: μια σταδιακή αλλά σταθερή μείωση των γεννήσεων, που επηρεάζει τα πάντα: από τα σχολεία και τις υπηρεσίες υγείας μέχρι την αγορά εργασίας και τα συνταξιοδοτικά συστήματα.

Οι αιτίες είναι πολλαπλές και αλληλένδετες. Η άνοδος του κόστους ζωής, η στεγαστική κρίση, η δυσκολία πρόσβασης σε παιδική φροντίδα, αλλά και οι περιορισμένες πολιτικές οικογενειακής στήριξης λειτουργούν αποτρεπτικά. Παράλληλα, οι γυναίκες έχουν σήμερα περισσότερες επιλογές από ποτέ: καλύτερη εκπαίδευση, επαγγελματικές προοπτικές, οικονομική ανεξαρτησία. Η μητρότητα δεν είναι πλέον προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής.

Ποια είναι η «νέα άτεκνη»;

Τα στοιχεία της U.S. Census Bureau αποκαλύπτουν ότι σχεδόν 4 εκατομμύρια Αμερικανίδες ηλικίας 40 έως 50 ετών δεν έχουν αποκτήσει παιδιά. Είναι πάνω από 1 στις 6. Όμως αυτή η ομάδα δεν είναι ομοιογενής.

Αυτό που αποκαλύπτει επίσης η έρευνα είναι πως οι άτεκνες γυναίκες είναι συχνότερα μορφωμένες: η πλειονότητα διαθέτει πανεπιστημιακό ή μεταπτυχιακό τίτλο. Μάλιστα, οι γυναίκες με ανώτερη εκπαίδευση έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να μην αποκτήσουν παιδιά σε σχέση μ’ εκείνες που δεν ολοκλήρωσαν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Εδώ βρίσκεται και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας: όσο περισσότερο επενδύει μια γυναίκα στην εκπαίδευση και την καριέρα της, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να μείνει χωρίς παιδιά. Όχι απαραίτητα από απόρριψη της μητρότητας, αλλά επειδή ο χρόνος, οι συνθήκες και οι επιλογές δεν συνδυάζονται.

Παράλληλα, η γονιμότητα συνολικά βρίσκεται κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης (2,1 παιδιά ανά γυναίκα), με μέσο όρο περίπου 1,96. Με απλά λόγια: χωρίς τη συμβολή της μετανάστευσης, ο πληθυσμός θα άρχιζε να συρρικνώνεται.

Ευρώπη: Η ίδια ιστορία, διαφορετικές εκδοχές

Αν η Αμερική δείχνει το μέλλον, η Ευρώπη το ζει ήδη, αλλά με πολλές παραλλαγές. Η «γηραιά» ήπειρος ετοιμάζεται να γίνει ακόμα γηραιότερη. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει συγκεντρώσει ο Economist, η ατεκνία αυξάνεται σχεδόν παντού, χωρίς όμως να συνδέεται πάντα με χαμηλή γονιμότητα με τον ίδιο τρόπο.

Στην Αγγλία και την Ουαλία, το ποσοστό των γυναικών που δεν απέκτησαν παιδιά διπλασιάστηκε μέσα σε μία γενιά: από 9% για όσες γεννήθηκαν το 1946 σε 17% για εκείνες του 1970. Στη Γερμανία, περίπου 1 στις 5 γυναίκες φτάνει στα 40 χωρίς παιδιά, ενώ σε πόλεις όπως το Αμβούργο, το ποσοστό αγγίζει το 32%.

Κι όμως, η εικόνα δεν είναι ενιαία. Υπάρχουν χώρες με υψηλή ατεκνία αλλά σχετικά καλύτερους δείκτες γεννήσεων (όπως το Ηνωμένο Βασίλειο), και άλλες με χαμηλή ατεκνία αλλά επίσης χαμηλή γονιμότητα (όπως αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου κυριαρχεί το μοντέλο του ενός παιδιού).

Η ιστορία, μάλιστα, θυμίζει ότι η ατεκνία δεν είναι νέο φαινόμενο. Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα ποσοστά ήταν συχνά υψηλότερα από σήμερα. Η «έκρηξη» γεννήσεων του δεύτερου μισού του αιώνα ίσως ήταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.

Γιατί οι γυναίκες δεν κάνουν παιδιά;

Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη απάντηση σ’ αυτό. Πάνω κάτω η απάντηση είναι «γιατί έτσι»! Κάποιες γυναίκες απλώς δεν το επιθυμούν. Άλλες δεν βρίσκουν τον κατάλληλο σύντροφο. Πολλές ανήκουν σ’ αυτό που οι δημογράφοι αποκαλούν «αιώνιες αναβάλλουσες»: περιμένουν να τελειώσουν τις σπουδές, να σταθεροποιηθούν επαγγελματικά, να αγοράσουν σπίτι και τελικά ο χρόνος περνά, άλλες αγχώνονται μπροστά στο βάρος της ευθύνης για έναν άλλο άνθρωπο.

Σε χώρες όπως η Ιταλία ή η Ισπανία, η έλλειψη υποστήριξης στις εργαζόμενες μητέρες λειτουργεί αποτρεπτικά. Στην Ιαπωνία, η εργασιακή κουλτούρα καθιστά σχεδόν αδύνατο τον συνδυασμό καριέρας και οικογένειας. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: όταν το σύστημα δεν προσαρμόζεται, οι άνθρωποι προσαρμόζουν τις επιλογές τους. Ο covid έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο.

Μια κοινωνία χωρίς παιδιά;

Η εύκολη ανάγνωση είναι απαισιόδοξη: λιγότερα παιδιά σημαίνει γήρανση του πληθυσμού, πίεση στα ασφαλιστικά συστήματα, αλλαγές στην οικονομία. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, και, τέλος πάντων, δεν υπάρχει λόγος να τα βάψουμε μαύρα.

Η ατεκνία δεν συνεπάγεται απαραίτητα δυστυχία. Μελέτες δείχνουν ότι σε φιλελεύθερες κοινωνίες, οι άτεκνοι ενήλικες είναι συχνά εξίσου ή και περισσότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους σε σχέση με τους γονείς. Έχουν περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερη ευελιξία, περισσότερα χρήματα και, συχνά, αυξημένη κοινωνική συμμετοχή.

Επιπλέον, συμβάλλουν με άλλους τρόπους: είναι πιο πιθανό να ασχοληθούν με φιλανθρωπία, να δημιουργήσουν ιδρύματα, να επενδύσουν σε κοινωνικές δράσεις. Με έναν τρόπο, επαναπροσδιορίζουν τι σημαίνει «φροντίδα» και «κληρονομιά».

Το τέλος ενός μοντέλου ή η αρχή ενός νέου;

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι ότι αυξάνεται η ατεκνία, αλλά ότι αλλάζει η σημασία της. Από κοινωνικό στίγμα γίνεται μία ακόμη πιθανή διαδρομή ζωής. Όχι η κυρίαρχη, αλλά ούτε και η περιθωριακή. Μια γυναίκα δεν αναγκάζεται να κάνει παιδιά επειδή το ορίζει η κοινωνία, και ίσως αυτό το σκεπτικό οδηγήσει σε πιο ευτυχισμένα παιδιά που θα έχουν γεννηθεί από συνειδητοποιημένους ενήλικες.

Η γενιά των millennials, που μεγάλωσε θεωρώντας αυτονόητη τη μητρότητα, δίνει τη θέση της σε μιαν άλλη, που έχει την επιλογή κι αυτή η επιλογή είναι ισότιμη. Τουλάχιστον θεωρητικά. Ίσως τελικά το θέμα δεν είναι ότι οι γυναίκες σταμάτησαν να κάνουν παιδιά, απλά σταμάτησαν να θεωρούν αυτονόητο το ότι πρέπει να κάνουν.

Κι αυτό αλλάζει τα πάντα. Όχι μόνο τους δείκτες γεννήσεων, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την επιτυχία, τη φροντίδα, την ίδια την έννοια της «ολοκληρωμένης» ζωής. Τόσα χρόνια μεταφράζουμε το μέλλον με γεννήσεις, τώρα απλά πρέπει να το οραματιστούμε και αλλιώς.

Η νοοτροπία απέναντι στην γονεϊκότητα έχει αλλάξει και απαιτείται σίγουρα κάποιος χρόνος προσαρμογής. Αυτό το μοντέλο ζωής μπορεί για τους δημογράφους (και διάφορους άλλους) να είναι τρομακτικό, όμως η κατάσταση δεν δείχνει διάθεση να επιστρέψει εκεί που ήταν.

Top Reads

Δείτε ακόμα

Στην Athens Voice