Η Louis Vuitton, η Prada και οι μεγαλύτεροι οίκοι μόδας έχουν μια νέα εμμονή: τη γαστρονομία

Αν πίστευες ότι οι οίκοι μόδας αρκούνται στις πασαρέλες, μάλλον ήρθε η ώρα να δεις και το... μενού τους

Όλο και περισσότεροι οίκοι μόδας επενδύουν σε γαστρονομικές εμπειρίες

Ήξερες ότι μπορείς να παραγγείλεις έναν cappuccino με το μονόγραμμα της Louis Vuitton ζωγραφισμένο στον αφρό του; Οι μεγαλύτεροι οίκοι μόδας δεν σχεδιάζουν πλέον μόνο ρούχα, τσάντες και κοσμήματα. Έχουν βάλει στόχο να κατακτήσουν και τον κόσμο της γαστρονομίας.

Η περιέργειά μας ήταν αρκετή για να αρχίσουμε να ψάχνουμε το θέμα λίγο περισσότερο. Από πότε οι οίκοι μόδας μπήκαν στον κόσμο της γαστρονομίας; Γιατί ξαφνικά λανσάρουν σοκολάτες, ανοίγουν καφέ και συνεργάζονται με κορυφαίους ζαχαροπλάστες; Και τελικά, ποιοι είναι οι οίκοι που έχουν υιοθετήσει αυτή τη νέα, πιο... λαχταριστή φιλοσοφία;

Η Louis Vuitton, η Prada και οι μεγαλύτεροι οίκοι μόδας έχουν μια νέα εμμονή: τη γαστρονομία

Η Louis Vuitton απέκτησε και ζαχαροπλαστείο

Καφές, αφράτα κρουασάν, pain au chocolat, επιδόρπια σε γεύσεις βανίλια, σοκολάτα, φιστίκι και φουντούκι, βάφλες με καπνιστό σολομό ή χαβιάρι, αυγά ποσέ, τοστ με αβοκάντο, κατσικίσιο τυρί και πράσινο μήλο, αλλά και ζυμαρικά με σπανάκι, τυριά και μαύρη τρούφα, με τη ζύμη τους να θυμίζει τα χαρακτηριστικά μοτίβα της Louis Vuitton - αυτά είναι μόνο κάποια πιάτα από το μενού του μεγάλου οίκου πολυτελείας. Αν δεν γνωρίζαμε την προέλευσή του, δύσκολα θα μαντεύαμε ότι αυτό το μενού δεν ανήκει σε κάποιο εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας, αλλά σε έναν από τους χώρους εστίασης της Louis Vuitton.

Ο γαλλικός οίκος έχει επενδύσει δυναμικά στον κόσμο της γαστρονομίας, δημιουργώντας χώρους εστίασης σε διάφορες πόλεις του κόσμου. Ένας από τους πιο γνωστούς είναι το Le Café Louis Vuitton στη Νέα Υόρκη, το πρώτο του οίκου στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο από την πρώτη στιγμή συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον, με τη λίστα αναμονής να φτάνει ακόμη και τα 1.000 άτομα.

Την κουζίνα υπογράφει ο Executive Chef Kylian Goussot, ενώ τα γλυκά η Executive Pastry Chef Mary George. Πριν αναλάβουν το νέο εγχείρημα, οι δύο chefs πέρασαν έναν μήνα στο Παρίσι, όπως είχαν δηλώσει σε συνεντευξή τους, δίπλα στους καταξιωμένους Γάλλους chefs Arnaud Donckele και Maxime Frédéric, γνωρίζοντας από κοντά τη φιλοσοφία και τη γαστρονομική ταυτότητα της Louis Vuitton, την οποία μετέφεραν στη συνέχεια στο μενού της Νέας Υόρκης. Αυτό όμως ήταν μόνο η αρχή.

Το μονόγραμμα της Louis Vuitton εμφανίζεται παντού - από τους κύβους ζάχαρης, το βούτυρο που συνοδεύει το ψωμί, ακόμη και στις βάφλες, μετατρέποντας κάθε πιάτο σε μια μικρή προέκταση του κόσμου του οίκου - όλα προσεγμένα μέχρι την τελευταία πινελιά.

Η σχέση της Louis Vuitton με τη ζαχαροπλαστική, όμως, δεν σταματά στο εστιατόριο. Ο οίκος συνεργάστηκε με τον βραβευμένο Γάλλο pastry chef Maxime Frédéric, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης γαλλικής ζαχαροπλαστικής και τον άνθρωπο πίσω από τις δημιουργίες του Cheval Blanc Paris, δημιουργώντας το Le Chocolat Maxime Frédéric at Louis Vuitton.

Εκεί, το εμβληματικό μονόγραμμα του οίκου εμφανίζεται σε ό,τι είναι φτιαγμένο από σοκολάτα και διάφορες πραλίνες μέχρι το χωνάκι του παγωτού, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι πιο μικρές λεπτομέρειες ακολουθούν την αισθητική της Louis Vuitton. Σήμερα, οι δημιουργίες του βρίσκονται πλέον στο Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Σεούλ και τη Σιγκαπούρη, μετατρέποντας μια στάση για γλυκό σε μια ολοκληρωμένη εμπειρία του brand.

Η Dior σερβίρει υψηλή ραπτική και στο πιάτο μας

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να επισκεφθεί κανείς την ιστορική διεύθυνση της Dior στην 30 Montaigne στο Παρίσι. Οι συλλογές, φυσικά, είναι ένας από αυτούς. Το ίδιο όμως ισχύει και για το Monsieur Dior, το εστιατόριο του οίκου, το Le Jardin, που είναι αφιερωμένο στα γλυκά, αλλά και το Café Dior, που έχουν μετατρέψει το εμβληματικό κτίριο σε έναν προορισμό που συνδυάζει τη μόδα με τη γαστρονομία.

Το μενού υπογράφει ο πολυβραβευμένος Γάλλος chef Yannick Alléno, ο οποίος δημιούργησε μια εμπειρία εμπνευσμένη από τη φύση, τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης του Christian Dior. Το αποτέλεσμα είναι ένα μενού που αλλάζει με τις εποχές, ένα απογευματινό τσάι με εκλεκτές ποικιλίες τσαγιού, αλμυρές μπουκιές και φίνα γλυκά, αλλά και επιδόρπια που μοιάζουν περισσότερο με μικρά έργα τέχνης παρά με κάτι που προορίζεται να φαγωθεί.

Λουλούδια, ανάγλυφα μοτίβα, λεπτομέρειες που παραπέμπουν στις δημιουργίες υψηλής ραπτικής και μια παρουσίαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Στη Dior, ακόμη και ένα γλυκό ακολουθεί τους ίδιους κανόνες αισθητικής με μια couture δημιουργία. Και, κρίνοντας από τις φωτογραφίες που κατακλύζουν καθημερινά τα social media, μάλλον τα έχει καταφέρει.

Η Prada βρήκε τον πιο γλυκό τρόπο να τιμήσει την ιταλική παράδοση

Η ιστορία της Prada με τη γαστρονομία ξεκινά στο Μιλάνο και συγκεκριμένα στο Marchesi 1824, ένα από τα πιο ιστορικά ζαχαροπλαστεία της Ιταλίας. Το 2014 πέρασε στον όμιλο Prada, συνεχίζοντας όμως να λειτουργεί με τον ίδιο χαρακτήρα που το έκανε γνωστό ήδη από το 1824. Με το που θα σταθεί κανείς μπροστά στις βιτρίνες του, καταλαβαίνει γιατί έχει αποκτήσει σχεδόν θρυλική φήμη.

Τάρτες με φρέσκα φρούτα, εκλέρ, μακαρόν, μπισκότα βουτύρου, πραλίνες, χειροποίητες σοκολάτες και το διάσημο panettone που κάθε Χριστούγεννα εξαφανίζεται από τα ράφια συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα προσπερνάς. Το ίδιο χαρακτηριστικές είναι και οι συσκευασίες του Marchesi, που έχουν γίνει σήμα κατατεθέν του ζαχαροπλαστείου. Τη γλυκιά αυτή παράδοση συνεχίζει σήμερα ο βραβευμένος pastry chef Diego Crosara, παγκόσμιος πρωταθλητής ζαχαροπλαστικής και δύο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής στο ιταλικό παγωτό.

Από το 2018 , ο ίδιος, συνεργάζεται με το Marchesi 1824, δημιουργώντας νέες συλλογές γλυκών, σοκολάτας και παγωτού, πάντα σε συνεργασία με την οικογένεια Marchesi και με σεβασμό στην ιστορία του ζαχαροπλαστείου. Το Marchesi δεν άλλαξε για να μοιάζει με την Prada. Παρέμεινε το ίδιο ιστορικό ζαχαροπλαστείο που αγαπούν οι Μιλανέζοι εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια. 

Η Gucci έφερε την υψηλή γαστρονομία στον κόσμο της μόδας

Αν η Louis Vuitton μάς σύστησε έναν κόσμο γεμάτο σοκολάτες και η Dior έκανε τα επιδόρπια να μοιάζουν με δημιουργίες υψηλής ραπτικής, η Gucci αποφάσισε να επενδύσει στην υψηλή γαστρονομία. Το Gucci Osteria άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στη Φλωρεντία το 2018, μέσα στο ιστορικό Palazzo della Mercanzia, και σήμερα έχει αποκτήσει παρουσία και σε πόλεις όπως το Τόκιο και η Σεούλ, με τεράστια επιτυχία. Το μενού συνδυάζει την ιταλική παράδοση με μια πιο σύγχρονη προσέγγιση, μετατρέποντας κάθε πιάτο σε μια μικρή γαστρονομική ιστορία.

Χειροποίητα ζυμαρικά, ριζότο, θαλασσινά, αλλά και επιδόρπια που αλλάζουν ανάλογα με την εποχή, σερβίρονται σε έναν χώρο όπου ακόμη και τα πιάτα και τα σερβίτσια έχουν σχεδιαστεί ώστε να παραπέμπουν στην αισθητική της Gucci.

Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για ένα εστιατόριο που βρίσκεται μέσα σε έναν οίκο μόδας. Το Gucci Osteria έχει εξελιχθεί σε έναν γαστρονομικό προορισμό από μόνο του. Πίσω από αυτή την ιδέα βρίσκεται η Μεξικανή chef Karime López, η πρώτη Μεξικανή γυναίκα που τιμήθηκε με αστέρι Michelin. Μαζί με τον σύζυγό της, τον chef Takahiko Kondo, συνεχίζουν να εξελίσσουν το Gucci Osteria, αποδεικνύοντας ότι ένα εστιατόριο που γεννήθηκε μέσα από έναν οίκο μόδας μπορεί να σταθεί επάξια και στον κόσμο της υψηλής γαστρονομίας.

Το πρωινό στην Tiffany's έγινε πραγματικότητα

Η εικόνα της Όντρεϊ Χέπμπορν να απολαμβάνει τον πρωινό της καφέ μπροστά στις βιτρίνες της Tiffany ήταν κάποτε σκηνή από ταινία. Σήμερα, όμως, οι μεγαλύτεροι οίκοι μόδας μάς προσκαλούν να κάνουμε ακριβώς το ίδιο, μόνο που αντί για τις βιτρίνες, μας περιμένουν στα δικά τους cafés.  Άλλωστε, το «Breakfast at Tiffany's» δεν είναι πια μόνο ο τίτλος μιας από τις πιο εμβληματικές ταινίες του κινηματογράφου - είναι μια εμπειρία που μπορεί πλέον να ζήσει κανείς.

Στον τέταρτο όροφο του εμβληματικού καταστήματος The Landmark στη Νέα Υόρκη λειτουργεί το Blue Box Café, που πήρε το όνομά του από το διάσημο γαλάζιο κουτί της Tiffany & Co., τη συσκευασία που εδώ και δεκαετίες αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο του οίκου.

Σήμερα, εκτός από τη Νέα Υόρκη, το Blue Box Café λειτουργεί και μέσα στο Harrods στο Λονδίνο, ενώ στο νέο flagship store της εταιρείας στην περιοχή Γκίνζα του Τόκιο οι επισκέπτες μπορούν επίσης να απολαύσουν καφέ, γλυκά και ελαφριά γεύματα, σε έναν χώρο που διατηρεί την ίδια χαρακτηριστική αισθητική του οίκου.

Πίσω από το μενού της Νέας Υόρκης βρίσκεται ο βραβευμένος chef Daniel Boulud, ο οποίος υπογράφει σύγχρονες εκδοχές του αμερικανικού πρωινού, απογευματινό τσάι με εντυπωσιακούς πύργους από γλυκά και αλμυρές μπουκιές, αλλά και εποχικά πιάτα με γαλλικές επιρροές. Ανάμεσα στις πιο δημοφιλείς επιλογές ξεχωρίζει το Blue Box Cosmopolitan, το cocktail στο χαρακτηριστικό γαλάζιο χρώμα του Tiffany, που έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο πολυφωτογραφημένες δημιουργίες του εστιατορίου