100 χειρότερα πράγματα που μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή

Από το να ζεις με τον φόβο; Υπάρχουν και χειρότερα...

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη σχολιάζει τη ζωή, τις συζητήσεις και τους φόβους την εποχή του κορωνοϊού.

Το άμεσα χειρότερο από το να ζεις με φόβο μεταδοτικής ασθένειας είναι το να έχεις αρπάξει ασθένεια, αυτή ή άλλη, χειρότερη: πάντα υπάρχουν χειρότερες ασθένειες από τη δική σου, μεταδοτικές ή ξεκούδουνες. Το ακόμα πιο άμεσα χειρότερο είναι το να μη ζεις καθόλου, που δεν το συζητάμε, είναι πίκρα.

Οι συζητήσεις τον τελευταίο καιρό ξεχειλίζουν αγανάκτηση: δεν αντέχουμε άλλο. Δεν αντέχουμε παρόλο που υπάρχουν επαρκή τρόφιμα, νερό, ηλεκτρικό, τηλέφωνο, μονάδες, mobile data, wifi, στις περισσότερες περιπτώσεις των διαμαρτυρόμενων. Οι απαγορεύσεις είναι πολλές, αν και δεν έχουν σχέση με τις απαγορεύσεις επιπέδου Χούντας/Μάο/Στάλιν. Το τραπέζι γάμου απαγορεύεται, όπως και τα γκαλά, οι δεξιώσεις, τα πάρτι, ο χαμός στο ίσιωμα. Και οι ταβέρνες, τα μπαρ, καφέ, η εστίαση γενικά, ξεχνιούνται για ένα μήνα σύμφωνα με τα νέα μέτρα. Φίλος που ζούσε μέχρι πέρσι οργανώνοντας συναυλίες σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους, έχει κάθε λόγο να κλαίει με μαύρο δάκρυ – η δουλειά του είναι σε παύση εδώ και μήνες. Φίλοι με μπαρ, καφέ και εστιατόρια, ψάχνουν κάπου να καθαρίζουν σκάλες. Φίλη ηθοποιός που ΔΕΝ παίζει στις «Μέλισσες», όπως οι περισσότεροι φίλοι ηθοποιοί (επίσης δεν παίζουν στις «Μέλισσες»), αναρωτιέται να κάνει ή να μην κάνει διαφημιστικό για σφουγγαράκια αλλά πατάει πόδι στις πάνες ακράτειας – ε όχι, δεν θα πέσει τόσο χαμηλά, κυρίως επειδή τα λεφτά είναι τρίχες. Φίλη δημοσιογράφος όμως γράφει κείμενα για τις ίδιες πάνες (ανώνυμα, χωρίς να δείχνει φάτσα, οπότε άνετα). Φίλος φωτογράφος που ξεκίνησε την καριέρα του φωτογραφίζοντας ελιές, χαίρεται με κλαυσίγελο, με λίγη πίκρα στο βάθος, που ξανα-έχουνε ζήτηση οι ελιές και τις φωτογραφίζει, τριάντα χρόνια μετά, σα να μην πέρασε μια ελιά, λάθος, μια μέρα. Η καλλιτεχνική μας παρέα έκλαιγε κι από πριν, τώρα έχει βαρεθεί να οδύρεται: δεν υπάρχει ελπίδα να ανέβει το θεατρικό μας, πόσο μάλλον το φιλόδοξο μιούζικάλ μας, που κάποτε είχε τόσο αρέσει στον Δημήτρη Λιγνάδη, στον Σταμάτη Φασουλή, σίγουρα και σε άλλο πάρα πολύ καλλιτεχνικό παράγοντα που χάνεται στα βάθη του Πολιτισμού. Όσοι εργάζονται σε κανονικές δουλειές (γραφείου, μαγαζιά κ.λπ.) μας κοιτάνε με μισό μάτι και λένε δεικτικά, «Δεν δουλεύουμε όλοι από το σπίτι, όπως εσείς οι τυχεροί!», παρόλο που ούτε εμείς οι τυχεροί δουλεύουμε με την παραδοσιακή ή εξαντρίκ έννοια από το σπίτι μια και η πλειοψηφία της ίδιας και διπλανής παρέας είναι άνεργοι. Όταν δουλεύεις από σπίτι, σφίγγεσαι να μη ξεφεύγει το 8ωρο σε 12ωρο αλλά δεν σε απασχολεί που πέφτει τρελό στρίμωγμα στα ΜΜΜ τις ώρες που σχολάς – έχεις τα μπερεκέτια σου, με άλλα λόγια.

[[{"fid":"824352","view_mode":"default","fields":{"format":"default","alignment":"","field_file_image_alt_text[und][0][value]":false,"field_file_image_title_text[und][0][value]":false,"field_text[und][0][value]":""},"type":"media","field_deltas":{"1":{"format":"default","alignment":"","field_file_image_alt_text[und][0][value]":false,"field_file_image_title_text[und][0][value]":false,"field_text[und][0][value]":""}},"link_text":null,"attributes":{"class":"media-element file-default","data-delta":"1"}}]]

Είναι άλλη ζωή αυτή, άσχετη με την προηγούμενη ζωή, που την είχαμε συνηθίσει και πολύ μας άρεσε (αν και, γκρινιάζαμε και τότε, οι μισοί…) Είναι συμμαζεμένη, προγραμματισμένη εβδομάδα, με στάνταρ εξωτερικές εργασίες και άλλες τόσες εσωτερικές: όλοι έχουμε φτιάξει τα ντουλάπια μας, έχουμε πετάξει ληγμένα τρόφιμα, φάρμακα, δηλητήρια και δολοφονικά εργαλεία, έχουμε καθαρίσει συρτάρια και χιλιο-ψεκάσει ψυγεία, έχουμε πλύνει σκεπάσματα επίπλων, μπουφάν, μαξιλάρες, τσουλάκια και γενικότερα πράγματα που τα είχαμε γραμμένα, στην προηγούμενη ζωή μας. Τότε που δεν είχαμε χρόνο για τέτοιες βλακείες επειδή βλέπαμε κόσμο, πηγαίναμε σε συναυλίες, διαλέξεις, θέατρα, σόου, σινεμά, καφέ, εστιατόρια και μπαρ. Τότε που δίναμε ραντεβού με φίλες/φίλους για ψύλλου πήδημα και ξενυχτούσαμε συζητώντας το νόημα της ζωής επίσης για ψύλλου, ή και για ανθρώπου, πήδημα.

Σόρι που χαλάω το σερί της νοσταλγίας, αλλά όλα αυτά τα κάναμε σε παλαιότερες δεκαετίες, εμείς προσωπικά, επειδή ήμασταν τσικό. Για την παρέα μας, που τριγυρίζουμε χέρι-χέρι το φράγμα των 60 ετών, τα πολλά πήγαινε-έλα είχανε μαζευτεί πριν το λοκντάουν, χρόνο με τον χρόνο πηγαίναμε σε όλο και λιγότερες ταβέρνες, συναυλίες, σόου κ.λπ. Οι νέοι είναι αυτοί που χάνουνε σε τζερτζελέ, όχι οι άνω των 50.

© Tandem x Visuals / Unsplash

Από την άλλη, δε μας παρατάνε οι νέοι; Οι οποίοι πρώτον είναι νέοι, οπότε σιγά μη τους λυπηθούμε, δεύτερον περνάνε καλά στις πλατείες, οι οποίες ξεχειλίζουν από νέους έστω μέχρι τα μεσάνυχτα, όσο κρατάει ο καλός καιρός. Που στην Ελλάδα κρατάει καιρό, περίπου 8/10 του χρόνου. Οι νέοι βλέπουν/κάνουν ένα σωρό πράγματα ον λάιν, από παραστάσεις και ταινίες μέχρι σόου, σειρές, εκπομπές, στάνταπ, τα πάντα. (Η τελευταία μας εμπειρία ως μη-νέοι σε υπαίθριο λάιβ στάνταπ ήτανε περίεργη, μια και όλοι οι θεατές φορούσαμε μάσκες, δεν πίναμε αλκοόλ, και ο έρημος ο καλλιτέχνης στη σκηνή δεν ήξερε αν γελάμε ή χτυπιόμαστε πίσω από τις μάσκες….)

Θα συζητάμε και θα παίζουμε έξω, νωρίς, αν είμαστε μεσήλικες, γέροι ή νέοι, ή στα σπίτια μας, όσο έχουμε κέφια κι όσο κρατάει η καλοκαιρία και η πανδημία – για την οποία, άλλοι φίλοι εκφράζουν αμφιβολίες (=δεν υπάρχει, είναι κόλπο της Εξουσίας να μας κρατήσει μαντρωμένους, είναι η τρίχα που έγινε τριχιά κ.λπ.). Αν είμαστε άνω των 50, φοράμε τη μάσκα και συνεχίζουμε, περισσότερο μέσα και λιγότερο έξω από το σπίτι. Αν είμαστε κάτω των 50, κάνουμε ό,τι μας φωτίσει ο Θεός/Βούδας μια κι έχουμε με το μέρος μας τις πιθανότητες (να μην κολλήσουμε ή/και να επιζήσουμε, έτσι και κολλήσουμε).

Εκτός από τα καλύτερα, που αναστενάζουμε όταν τα σκεφτόμαστε, αυτά και άλλα χειρότερα έχει η ζωή. Της οποίας η λέξη-κλειδί, όπως λέει και το τραγούδι*, είναι «υπομονή»…


«*Υπομονή», στίχοι Αλέκος Σακελλάριος, μουσική Σταύρος Ξαρχάκος, τραγουδήθηκε από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στην ταινία «Μοντέρνα Σταχτοπούτα», το 1965.