Αλλάζει η όσφρηση ή η μυρωδιά μας όσο μεγαλώνουμε;

Η μύτη μας οδηγεί τη ζωή μας. Και η μυρωδιά μας αλλάζει με τα χρόνια, αλλά μη δίνετε σημασία, ήδη μυρίζει υπέροχα το καλοκαίρι.

Σχόλιο για την ανθρώπινη όσφρηση μέσα στα χρόνια και για τη μυρωδιά των ανθρώπων που αλλάζει όσο μεγαλώνουν.

Όταν ψάχνουμε για μυρωδιά καλοκαιριού, οι περισσότεροι σκεφτόμαστε αντι-ηλιακό, ινδική καρύδα, λάδι με εξωτικό άρωμα: η μυρωδιά μας φέρνει κατευθείαν στο νου παραλία, άμμο ή βραχάκια, πετσέτα ή ξαπλώστρα, ομπρέλα, λαδωμένα γκομενάκια, πλιτς-πλατς από κυματάκι και καυτό ήλιο στην πλάτη μας. Αλλά… μαζεύοντας μούρα από μια καβουρντισμένη Αθηναϊκή μουριά σε πλαϊνό παρκάκι της λεωφόρου Κηφισίας … η μυρωδιά της μουριάς μου φάνηκε πιο καλοκαιρινή, ή έστω, το ίδιο καλοκαιρινή με το πανίσχυρο κόκονατ. Η μουριά, ως δέντρο, δεν μυρίζει τίποτα – αλλά τα μούρα πάνω από το κεφάλι και κάτω από τα πόδια μου, απλωμένα σε μια κολλημένη περίμετρο γύρω από την μουριά, τα μούρα μοσχοβολάνε καλοκαίρι, ακόμα κι ως χιλιο-πατημένα. Δεν είναι έντονη μυρωδιά σαν αυτή του αντιηλιακού, και λιγότερο ευωδιαστή ή λουλουδάτη από την φλαμουριά: κάμποσοι δρόμοι της Αθήνας με φλαμουριές μοσχοβολάνε όταν μπαίνει καλοκαίρι. Τα ανθάκια της φλαμουριάς κρέμονται αχνο-κίτρινα και περιμένουν την συγκομιδή – η οποία δεν έρχεται, επειδή κανένας στην Αθήνα δεν μαζεύει φλαμούρι για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Το κάναμε όταν ήμουν παιδί στην Καβάλα, μια και το φλαμούρι, αποξηραμένο και βρασμένο, θεωρείτο γιατρικό για το κρύωμα, αλλά πέρα από την Θάσο και την Καβάλα, δεν το έχω δει ως αφέψημα εδώ και πολλά χρόνια.

Μετά την φλαμουριά και σε άλλη ένταση/διάσταση μυρωδιάς είναι το γιασεμί, το κλασσικό άσπρο και τριζάτο, ένα άλλο πιο κιτρινωπό, μαζί με το μοσχομπίζελο και τα μικρά άσπρα-κίτρινα πλακουτσωτά λουλουδάκια-στις-άκρες-των-θάμνων, που δεν ξέρω πώς λέγονται. Μοσχοβολούν καλοκαίρι όχι μόνον Αττικής, μια και ανθίζουν σε όλη την Ελλάδα, ευτυχώς. Όπως και οι ακακίες, που κρέμονται αρωματισμένες πάνω κι από τα πιο σιχαμένα πεζοδρόμια, και τα ροζ φουντάκια με άρωμα ροδάκινου, που αρωματίζουν ολόκληρους δρόμους.

Ξεκίνησα να γράφω για τις μυρωδιές μετά από συζήτηση με συνομήλικο φίλο, για το πώς έχει αλλάξει η μυρωδιά μας καθώς μεγαλώνουμε: μυρίζει διαφορετικά το σώμα σου, από τα 50 και μετά, κι ακόμα πιο διαφορετικά από τα 60 και πάνω – συνέχεια εκπλήσσεσαι από μια καινούργια, όχι σουμπρετίστικη μυρωδιά, από σημείο του σώματος που δεν περίμενες να μυρίζει, πόσο μάλλον τόσο εκνευριστικά. Το έψαξα λοιπόν: γύρω στα 40 μας, λέει επιστημονική μελέτη στο (ακατανόητο) Science Journal, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίον διασπώνται στο δέρμα μας τα Ωμέγα-7 ακόρεστα λιπαρά οξέα. Δεν κατάλαβα και πολλά διαβάζοντας τη μελέτη, αλλά είναι φανερό πώς η αλλαγή δεν είναι προς το καλύτερο, ας μη γλεντάμε – δεν μοσχοβολάμε μόσχο και κανέλα παρά… κάτι που οι Γιαπωνέζοι αποκαλούν “Kareishu” και μεταφράζεται «γριίστικη μυρωδιά», «γριίλα» ή «μυρωδιά γηροκομείου», όπως λένε οι Αμερικάνοι. Δημιουργούνται στο δέρμα μας πολλά μυστήρια μόρια που λέγονται Nonenal, που το Γκουγκλ μεταφράζει υπέροχα ως «μη γενέθλια» αλλά σίγουρα είναι κάτι ντιπ άλλο, κι αυτά τα ρημάδικα βαφτίστηκαν από τα μόρια 2-nonenal που παράγονται στην διάσπαση άλλων βρωμερών μορίων, τέλος πάντων έχουμε όλοι χρεωθεί ένα σκασμό μποχίκικα nonenal, και για αυτό δεν μας πιάνει το αποσμητικό, όσο και να το κάνουμε γαργάρα, ας μη πω κλίσμα. Τα μόρια μάλιστα αυτά δεν είναι υδατο-διαλυτά, άρα δεν φεύγουνε με το πλύνε-πλύνε (αλλά οπωσδήποτε συμμαζεύονται – δεν είναι η στιγμή να πάρουμε αέρα και να κόψουμε το μπιντέ). Η Shiseido μάλιστα έβγαλε ειδικό άρωμα για κόσμο που έχει πολλά μη γενέθλια μόρια απάνω του και βρωμάει παστουρμαδίλα, αν και το άρωμα αυτό δεν έγινε δεκτό με τρελό ενθουσιασμό, ούτε καν από τα Ιαπωνικά γηροκομεία, που τα τρίβουν με οδοντόβουρτσα από τα νύχια ως την κορφή.

Στο ζωικό βασίλειο η αλλαγή της μυρωδιάς του σώματος έχει μια λογική: αποφεύγεται η αναπαραγωγή, όταν ο ένας από τους δύο τάπιρους πχ, είναι μπαγιάτης αλλά το παίζει τζόβενο. Αντίθετα, προσεγγίζεται ως φίλος/η ή προστάτης/τρια ο πουρός χιμπατζής και η αντίστοιχη χιμπατζίνα, επειδή μπορεί να βασιστεί απάνω τους η μέση μαϊμού. Να βασιστεί χωρίς να χρειαστεί να πηδήξει όμως, όλα κι όλα - έχει καταλάβει από τη μυρωδιά ότι πρόκειται για γιαπωνέζικο κόλπο, ότι παρά την καραμπογιά ή/και το τσίτωμα, έχει να κάνει με παπουζέλ.

Ξέφυγα βέβαια από το θέμα «αλλάζει η μυρωδιά μας όσο μεγαλώνουμε» επειδή είναι νταουνιαστικό, δε φτάνει που μεγαλώνουμε, είμαστε και μποχίκοι, πράγμα πικρά άδικο, εκτός από βρωμερό… ωστόσο (πάντα ενθουσιάζομαι με την ξαφνική χρησιμότητα αυτής της άθλιας λέξης), ωστόσο… μέχρι πριν μερικά χρόνια οι επιστήμονες πίστευαν ότι η ανθρώπινη μύτη αναγνωρίζει μόνον 10.000 μυρωδιές, και σήμερα, μετά από εξαντλητικές έρευνες και πειράματα μύτη με μύτη, κατέληξαν ότι αναγνωρίζουμε ένα τρισεκατομμύριο μυρωδιές: ένα τρις, που δυστυχώς δεν είναι ευρώ ούτε δολάρια παρά μυρωδιές, διαφορετικές, ξεχωριστές και διακριτές χωρίς πολλές εισαγωγές από μια μέση ανθρώπινη μύτη, ούτε καν εκπαιδευμένη.

Είναι ενθαρρυντικό, το ότι μπορούμε να μυρίσουμε τόσα πράγματα εμείς οι άνθρωποι. Ας συγκεντρωθούμε στο γιασεμί, που είναι υπέροχο και στον καιρό του, που θυμίζει ή μάλλον είναι καλοκαίρι από μόνο του, κι ας ψάξουμε στη ζούλα το ειδικό άρωμα που καλύπτει ένα δις μυρωδιές προχωρημένης ηλικίας… ενώ πλενόμαστε ταυτόχρονα, και μάλιστα πάρα πολύ.