Η μαμά μας έχει άνοια

Θα έχετε ζήσει ίσως την άνοια με δικά σας πρόσωπα

Χιλιάδες άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν άνοια, για την ακρίβεια 200.000. Αλλά δεν γράφω ένα θεωρητικό κείμενο για την άνοια, γιατί ένα από αυτά τα άτομα είναι η μαμάκα μας

Όταν διαβάζεις επιστημονικά άρθρα για την άνοια, το πρώτο που σκοντάφτεις είναι τα «πιθανά αίτια»: κάπνισμα, παχυσαρκία, αρρύθμιστο ζάχαρο, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, αλκοολισμός και κατάθλιψη είναι τα κυριότερα. Και όπως με όλες τις αρρώστιες, τα «πιθανά αίτια» σε χαώνουν, σε μπερδεύουν – καταλαβαίνεις ότι «πιθανά αίτια» δεν είναι σιγουράκια, δεν είναι ΟΙ αιτίες που παθαίνει κανείς το οτιδήποτε, παρά «παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση και εξέλιξη της νόσου». Παρόλο που το καταλαβαίνεις, εκνευρίζεσαι. Με την απλοποίηση, αλλά κυρίως με την αδικία του πράγματος.

Η μαμά μας έχει άνοια, που χειροτερεύει σταδιακά εδώ και 4-5 χρόνια. Η μαμά μας δεν κάπνιζε, έπινε πότε-πότε κοινωνικά, ήταν κομψή, δεν έτρωγε ποτέ πολύ («Petite bouche», την αποκαλούσε η δική της μαμά, «μικρό στόμα»). Το ζάχαρό της ήταν κανονικό και ναι μεν δεν είχε πανεπιστημιακό πτυχίο αλλά μιλούσε τρεις γλώσσες, εκτός από σωστά ελληνικά. Άρχισε γερμανικά στα 27 της, στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Καβάλας, και έφτασε να μιλάει φαρσί, όπως φαρσί μιλούσε τα γαλλικά. Τα αγγλικά της ήταν μέτρια, όπως και τα ιταλικά της. Ζωγράφιζε καταπληκτικά, έγραφε συγκινητικά γράμματα και ακόμα πιο συγκινητικά ποιήματα. Ανήκε σε μια γενιά γυναικών που δεν εκμεταλλεύτηκαν τα ταλέντα ούτε τις ευκαιρίες, γιατί δεν είχαν ευκαιρίες: στη δεκαετία του ‘50, ακόμα και οι μορφωμένοι, κοσμοπολίτες γονείς, προτιμούσαν να καλοπαντρέψουν την κόρη τους πριν κλείσει τα 20 παρά να την δούνε να σπουδάζει. Η μαμά της φίλης μου, η κυρία Ν., συνομήλικη με τη μαμά μου (80+), ήθελε από μικρή να σπουδάσει αρχιτέκτονας. Ο μπαμπάς της είχε δώσει το οκέι, αλλά όταν ήρθε η ώρα να φύγει για τη Θεσσαλονίκη για να αρχίσει τις σπουδές της, έπεσε η πατρική απαγόρευση. Μέχρι τώρα η κυρία Ν. μιλάει με παράπονο για την καριέρα που ήθελε τόσο πολύ και που δεν της δόθηκε η ευκαιρία να τη δοκιμάσει…

Ανεπίσημα και καθόλου επιστημονικά καταθέτω ότι η άνοια αρχίζει να καλπάζει από την ώρα που η μαμά σταματάει να μαγειρεύει για κάποιον ή κάποιους.

Ήταν μια άλλη γενιά οι γυναίκες που γεννήθηκαν στη δεκαετία του ’30 και ’40 και κυρίως είχανε πατεράδες μιας ακόμα πιο άλλης, παλιάς γενιάς. Παντρεύτηκαν άντρες της γενιάς τους, έκαναν παιδιά, αφοσιώθηκαν στην οικογένεια. Τόσο η μαμά μας όσο και η κυρία Ν., η μαμά της φίλης μου, φρόντιζαν τους άντρες τους μέχρι που συγχωρέθηκαν – και οι δύο σταμάτησαν να μαγειρεύουν όταν πέθανε ο σύζυγος, είτε τα πήγαιναν καλά μαζί του είτε όχι. Το «Τι θα φάει ο μπαμπάς σας;» ήτανε η κυρίαρχη φράση, μαζί με το «Θα φας κάτι; Έχω ετοιμάσει…»

Ανεπίσημα και καθόλου επιστημονικά καταθέτω ότι η άνοια αρχίζει να καλπάζει από την ώρα που η μαμά σταματάει να μαγειρεύει για κάποιον ή κάποιους. Δεν ξέρω τι γίνεται με τους άντρες που παθαίνουν άνοια, πάντως για τις γυναίκες είναι εξακριβωμένο. Όταν φύγει ο ρόλος του φροντιστή από την ζωή της γυναίκας (εκείνης της γενιάς λέμε), αρχίζει να φεύγει σιγά-σιγά το μυαλό. Αφήστε που οι γυναίκες παθαίνουν άνοια περισσότερο από ό,τι οι άντρες, με μεγαλύτερη συχνότητα, κι αυτό είναι σύμφωνα με διεθνή στοιχεία τα οποία ξέθαψα σε ελληνικά και ξένα ιατρικά σάιτ: στις 100 γυναίκες με άνοια, ο αντίστοιχος αριθμός στους άντρες είναι 69.

Δεν θέλω να σας «ρίξω» περιγράφοντας την καταστροφική καταστροφή της άνοιας. Στις εξετάσεις σημειώνεται «συρρίκνωση του εγκεφάλου» μαζί με άλλα ακαταλαβίστικα για την αιμάτωση, τους λοβούς κ.λπ., τα ξεχνάω αμέσως όπως κάθε τι ιατρικο-ειδές. Θα έχετε ζήσει ίσως την άνοια με δικά σας πρόσωπα, καμιά όρεξη δεν έχετε να τη φάτε στη μάπα τώρα. Η μαμά μας είναι «σχετικά καλά», όπως λέμε σε πιο μακρινούς συγγενείς. Έχει αδυνατίσει πολύ, η παλιά κομψότητά της έχει γίνει τρομακτική αδυναμία. Άλλοτε μας γνωρίζει και άλλοτε όχι, εμάς τα φουλ-ενήλικα παιδιά της, και πάντα η δικαιολογία για να ανέβει στο δωμάτιό της είναι, «Έχω τα παιδιά μόνα τους επάνω…» Δεν ξέρουμε τι να της πούμε όταν το λέει αυτό. Τα παιδιά της είμαστε εμείς οι τρεις, τρία αδέρφια 48, 61 και 64 ετών, και δεν είμαστε «επάνω». «Επάνω» είναι ένα ωραίο πλην όμως νοσοκομειακό δωμάτιο με τρεις ακόμα κυρίες, σε χειρότερη κατάσταση από τη μαμά μας. «Επάνω» ήταν οι δύο κρεβατοκάμαρες στο πατρικό μας στην Καβάλα, της αδερφής μου και η δική μου – δεν ξέρω αν η μαμά κάνει αυτόν τον συνειρμό. Μερικές φορές ζητάει να γυρίσει «στο σπίτι της στην Καβάλα, με την ωραία θέα», παρόλο που το σπίτι αυτό το έφαγε η τράπεζα το 1987, και από κει κι ύστερα η μαμά έμενε στην Αθήνα, στον Άγιο Παντελεήμονα. Τον οποίο ποτέ δεν αναφέρει σαν «σπίτι της» λες και δεν υπήρξε. Λες κι από το σπίτι της στην Καβάλα βρέθηκε ξαφνικά στο ίδρυμα στη Δάφνη.

Προσπαθούμε πάντα να πάρουμε τη μαμά στο προαύλιο του ιδρύματος, ή ακόμα και έξω, στην γύρω περιοχή, στον «Γρηγόρη» στη γωνία από κάτω, οπουδήποτε. Έχει την έννοια της «στα παιδιά» και δεν θέλει να απομακρυνθεί, πόσο μάλλον να βγει έξω. Είναι πάντα ανήσυχη – μου θυμίζει φίλη, με έφηβα σήμερα παιδιά, που κάποτε είχε πει ότι «Από τότε που έγινε μαμά έχει συνέχεια άγχος». Ό,τι και να λέμε για να την καθησυχάσουμε, τη μαμά, ίσως και την φίλη, πάει στο βρόντο.

Δεν είναι παρηγοριά της προκοπής, αλλά υπάρχουν 57 εκατομμύρια άτομα με άνοια σε όλο τον κόσμο και μέχρι το 2050 θα έχουνε φτάσει τα 153 εκατομμύρια. Στην Ελλάδα θα έχουν ξεπεράσει τις 600.000, και είμαστε η χώρα με αύξηση μόνο 45%, που είναι «η μικρότερη αναμενόμενη αύξηση» ως το ’50, κατά τους ειδικούς. Πάλι καλά να λέμε. 

Τα τελευταία χρόνια που η μαμά μας είχε πάψει να μαγειρεύει, ή μαγείρευε άθλια, επειδή «το είχε χάσει» ή επειδή δεν την ένοιαζε, δεν έτρωγα ποτέ στο σπίτι της, τίποτα. Δεν τρώγαμε ποτέ μαζί ούτε καν κουλουράκια με το τσάι (αγόραζε τα πιο φθηνά, και δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε, ήταν πάντα σκυλο-μπαγιάτικα). Τώρα της πηγαίνω μια σπανακόπιτα, και τρώμε παρέα, η κάθε μία μας από μια λίγο ιδρωμένη σπανακόπιτα – τις αγοράζω ζεστές αλλά κρυώνουν μέχρι να φτάσω. Ένα από τα πράγματα που έφτιαχνε η μαμά με επιτυχία ήταν η σπανακόπιτα, με δικό της φύλλο, χειροποίητη. Δεν θυμάται ότι την έφτιαχνε, εδώ δεν θυμάται καλά-καλά εμένα. Αλλά χαίρεται που τρώμε παρέα, καθισμένες στον καναπέ στο σεμνό σαλονάκι έξω από το δωμάτιό της.

Όταν της λέω ότι είμαι κόρη της, καγχάζει, «Τι λες βρε παιδί μου, εσύ είσαι μεγάλη γυναίκα!». Κάθε φορά που φεύγω από το ίδρυμα, σκέφτομαι ότι δεν έχει νόημα. Ότι είμαι μία μεγάλη γυναίκα που τρώω σπανακόπιτα με μια άλλη γυναίκα που δεν με αναγνωρίζει και που βιάζεται να με ξεφορτωθεί για να πάει «στα παιδιά της». Αλλά όσο τρώμε παρέα, όσο καθόμαστε χωρίς να μιλάμε, εκείνα τα λίγα λεπτά που της σκουπίζω τα χέρια με μωρομάντηλα και μασουλάμε και λέμε πόσο καλή είναι η σπανακόπιτα και μαζεύω τα κομματάκια που πέφτουν στο πάτωμα, για μισή ώρα περίπου, αισθάνομαι ότι έχει αποτέλεσμα η επίσκεψη, ότι της κάνει καλό, ας μην ξέρει ποια ακριβώς είμαι. Της το χρώσταγα από καιρό – όχι μόνο για τα χρόνια που όταν πήγαινα στο σπίτι της δεν έτρωγα ούτε μισό κουλουράκι, παρά για τα χρόνια που ήταν νέα κι αγωνιζόταν να με ταΐσει. Γιατί ήμουν άφαγο παιδί, μίζερο. Κι η μαμά μας η καημένη ήθελε να γίνει ζωγράφος, και δεν έγινε ποτέ ζωγράφος επειδή είχε αναλάβει εμάς τους τρεις, τέσσερις μαζί με το μπαμπά μας, και το είχε πάρει τόσο μα τόσο πατριωτικά…