Τι κάνουμε όταν η μέρα μας ξεκινάει ανάποδα;

Τις ξέρουμε όλοι αυτές τις ημέρες, τις περνάμε όλοι

Tips για να διαχειρίζεσαι τις «στραβές» μέρες

Πώς βγαίνουμε από το πηγάδι, σηκώνουμε κεφάλι, παίρνουμε ανάσα, ξεκινάμε από την αρχή ή έστω από τη μέση, όταν η μέρα μας ξεκινάει ανάποδα; Ιδέαν δεν έχω. Αλλά το συζητάμε μήπως και βρεθεί άκρη.

Διάβασα πρόσφατα ποστ ενός φίλου που περιέγραφε πως σηκώθηκε σήμερα το πρωί πολύ πεσμένος ψυχολογικά, πως σύρθηκε ως το μπάνιο, πλύθηκε με χίλια ζόρια και βγήκε από το σπίτι… γιατί ευτυχώς είχε ωραία λιακάδα έξω και ύστερα από λίγο συνήλθε. Ο φίλος που είχε αυτό το δύσκολο πρωινό είναι χαρούμενος σχεδόν πάντα (χωρίς να είναι χαζοβιόλης), είναι κοινωνικός, επικοινωνιακός, εξωστρεφής, και διαβάζοντας το ποστ του, σκέφτηκα «Τι να πούμε κι εμείς οι εσωστρεφείς ρε φίλε;» Γιατί τις ξέρω αυτές τις μέρες, τις περνάμε όλοι. Απλώς δεν θα έγραφα τίποτα στο φέησμπουκ ούτε οπουδήποτε αλλού, μια τέτοια μέρα.

Το θέμα είναι τι άλλο θα έκανα; Τι κάνω, και τι κάνουμε, όταν ξυπνάμε ανάποδα, με πονοκέφαλο, με λαβύρινθο, με φρικτή διάθεση, με κλάματα, με άγχος, με βαριά καρδιά, με στεναχώρια; Σε όλους μας έχει συμβεί το απρόθυμο, «πεσμένο» πρωινό, μερικές φορές με αντικειμενικές αιτίες: μια απώλεια, μια ασθένεια συγγενούς, φίλου ή δική μας, ένα ατύχημα, δυστύχημα, στραπατσάρισμα, ένα ανησυχητικό νυχτερινό τηλεφώνημα, ένας χωρισμός, χαμός και οδυρμός, ένας τεράστιος λογαριασμός, μια «δαγκωνιά» στην υγεία, στην ψυχή ή στην τσέπη μας, κάτι δηλαδή που μπορούμε να εξηγήσουμε με λίγα ή πολλά λόγια σε λίγα ή πολλά άτομα. Μερικές άλλες φορές συμβαίνει να ανοίξουμε το μάτι μας και να σκεφτούμε «Απαπα» χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία: δεν έχει συμβεί κάτι, για την ακρίβεια, δεν έχει συμβεί τίποτα. Απλώς είμαστε κάπως. Δεν είμαστε αυτό που λέμε καλά. Δεν είμαστε ο εαυτός μας, τουλάχιστον όχι ο σένιος εαυτός μας, που πετάγεται σαν πεταλουδίτσα και πλένεται σαν βατραχάκι και τρώει σαν σπουργιτάκι/γουρουνάκι και παίρνει τους δρόμους σαν ενθουσιασμένο τσογλανάκι.

Όταν μου συμβαίνει κάτι τέτοιο, και δεν έχω λαβύρινθο ή ίλιγγο, δεν έχω κρυολογήσει, την αρπάξει ή κοπανήσει το κεφάλι μου κάπου, θέλω να γυρίσω από το άλλο πλευρό και να κοιμηθώ γιατί κατά πάσα πιθανότητα δεν έχω κοιμηθεί αρκετά. Αν δεν γίνεται αυτό για διάφορους πρακτικούς λόγους… παίρνω τους δρόμους σαν τον εξωστρεφή φίλο. Περπατάω, αν είναι ωραία μέρα, με κάποια φθηνή δικαιολογία (π.χ. να πάρω μια τυρόπιτα) ή χωρίς καμία δικαιολογία (π.χ. βάδην για δέκα λεπτά, με επιστροφή). Αν βρέχει, κάνει πολύ κρύο ή δεν έχω όρεξη για έξω, απλώνω στρωματάκι γυμναστικής μπροστά στην τηλεόραση και κάνω στρέτσινγκ, μέχρι και γιόγκα, χαζεύοντας κάτι αισιόδοξο στην τηλεόραση. Επειδή το πάθαινα πιο συχνά όταν ήμουν νέα, κι επειδή ήταν εξαντλητικό ακόμα και τότε, έχω βρει τρικ να το παλεύω, το ανόρεχτο πρωινό ξύπνημα. Κατ' αρχήν θυμίζω στον εαυτό μου πόσοι άνθρωποι δεν έχουν ξυπνήσει καθόλου σήμερα, ή πόσοι άνθρωποι ξύπνησαν σε νοσοκομείο, όπως και πόσοι ξύπνησαν επειδή πονούσαν (σοβαρά, όχι επιπέδου ασπιρινούλας). Μετά φτιάχνω πρωινό.

Καλά, η αλήθεια είναι ότι φρικάρω τώρα που τα διαβάζω έτσι αραδιασμένα, γιατί ΔΕΝ τα κάνω όλα αυτά η κουλή, παρόλο που ΞΕΡΩ ότι είναι η σωστή η μέθοδος, τα τρικ για να βγω από τη μουργέλα. Μπορεί να αράξω στο στρωματάκι γυμναστικής με κλειστή οθόνη και να σκέφτομαι,  δηλαδή να μην σκέφτομαι, μπορεί να βγω περίπατο και να γυρίσω πίσω (αφήστε που στάνταρ θα πατήσω κακά όταν είμαι ντάουν). Θα σκεφτώ «Να έτρωγα κάτι χρήσιμο» και θα φάω κάτι ντιπ άχρηστο. Θα βγάλω ένα τετράδιο να σημειώσω κάτι, το οποίο θα ξεχάσω, ή θα μου φανεί μπούρδα, ή θα το σημειώσω και δεν θα θυμάμαι μετά τι είναι, ή δεν θα βγάζω τα γράμματά μου. Αυτά είναι τα πρωινά που δεν ανοίγω λάπτοπ, δεν μαγειρεύω, δεν βοηθάω τον εαυτό μου να συνέλθει, όχι επειδή είμαι κακός άνθρωπος και σαβουρο-φάγος, παρά επειδή δεν μπορώ. Νον πόσσο. Αι κενότ.

Απλώς τώρα πια το ξέρω, ενώ στα 20-30 μου δεν το ήξερα, νόμιζα ότι μπορούσα και το έκανα επίτηδες, να αφήνω το νταούνιασμα να με παρασέρνει. Τώρα το αφήνω και δεν κρατάει πολύ, μερικές ώρες συνήθως. Αν καταφέρω να κοιμηθώ μισή ωρίτσα μέσα στη μέρα, περνάει πιο γρήγορα και δίνει τη θέση του σε ένα αισιόδοξο, φωτεινό απόγευμα, σε ένα ευχάριστο έστω και μοναχικό βράδυ. Σε γενικές γραμμές αισθάνομαι μια χαρά που ξυπνάω το πρωί χωρίς σοβαρούς πόνους, ζωντανή και έξω από νοσοκομεία. Το θυμίζω στον εαυτό μου, για τα λιγοστά, μετρημένα στα δάχτυλα πρωινά στα οποία ξαφνικά κάτι συμβαίνει στον εγκέφαλό μου και δεν έχουν σημασία όλα αυτά τα υπέροχα –η ζωή, τα μη-νοσοκομεία, οι όχι-πόνοι–, όλα αυτά τα καταπληκτικά που ανοίγονται μπροστά μου σε μια κοινή μέρα, ή σε αυτό που λέμε Κακή Μέρα, όσοι ξέρουμε από Κακές Μέρες.

Ευτυχώς είναι λίγες αυτές οι μέρες κι ευτυχώς οι καλές είναι περισσότερες, εκτός που είναι απείρως καλύτερες από όλες τις απόψεις.