Θυμάμαι τη ζωή μου σε μυρωδιές

Η ζωή μας θα ήταν μαύρη και άραχλη αν δεν είχαμε δυνατή μύτη. Δηλαδή όσφρηση.

Οι μυρωδιές λειτουργούν συνειρμικά.

Όταν οι καστανάδες αρχίζουν να ψήνουν κάστανα στις γωνίες  της Αθήνας, ξέρω ότι έφτασε, ή φτάνει όπου να ναι ο χειμώνας ακόμα κι αν δεν έχει χαλάσει ο καιρός: η μυρωδιά του ψητού κάστανου είναι συνδυασμένη με τον χειμώνα, όπως η μυρωδιά του Μαλλιού-της-Γριάς μαζί με αυτήν του ψητού καλαμποκιού φέρνει στο μυαλό μου το καλοκαίρι, και οι ανθισμένες νεραντζιές, την άνοιξη. Χονδρικά δηλαδή, υπάρχουν μυρωδιές που συνδυάζονται με ολόκληρες εποχές – κανέλα και ψητή κολοκύθα, π.χ., ή αλλιώς pumpkin spice, είναι η στάνταρ μυρωδιά φθινοπώρου όπως την έχουμε μάθει από τις Αμερικάνικες ταινίες αλλά και από τους διάφορους κομπλικέ καφέδες στα μαγαζιά-αλυσίδες.

Είναι βέβαια μια πολύ σχηματική περιγραφή των εποχών με βάση μία μόνο μυρωδιά, γιατί δεν είναι ποτέ μόνο μία: τα καλοκαίρια μυρίζουν θάλασσα, ήλιο, ψητή σαρδέλα, πλαστικές μπρετέλες του μαγιώ και αντι-ηλιακό κόκονατ, ακόμα κι αν πει κανείς ότι ο ήλιος δεν έχει συγκεκριμένη μυρωδιά. Δεν έχει, είναι αλήθεια – αλλά όποιος έχει βρεθεί σε μπιτσόμπαρο ντάλα καλοκαίρι, αναγνωρίζει την καυτή, αλατισμένη, αμμουδερή μυρωδιά του καλοκαιριού, όπως και όποιος έχει βρεθεί να λιώνει με τη σαγιονάρα πάνω στα τσιμέντα και την άσφαλτο της πόλης. Ο χειμώνας, όπου και να κατοικείς, όλο και θα σε αρπάξει με μια μυρωδιά τζακιού από την γύρω περιοχή, και η βροχή έχει καθηλωτική μυρωδιά, διαφορετική στην πόλη από ότι στην εξοχή. Το βρεγμένο πεύκο, ας πούμε, μου φέρνει πάντα στο νου τη Θάσο, επειδή το νησί έχει πολλά πεύκα, πολλά νερά, και μια συγκεκριμένη μυρωδιά υγρασίας, νησιώτικη μεν (τα πιο πολλά νησιά έχουν αυτήν την μυρωδιά όλες τις εποχές πλην του ντάλα καλοκαιριού), βουτηγμένη στο πεύκο δε.

Οι μυρωδιές λειτουργούν συνειρμικά. Στην Καβάλα, όπου μεγάλωσα, οι μπανάνες έφτασαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν έμπαινα στην εφηβεία, και η μυρωδιά της μπανάνας ακόμα και τώρα μου θυμίζει κάτι βροχερά απογεύματα που ακούγαμε Jethro Tull με τον κολλητό μου στο ακατάστατο, πάντα καπνισμένο πρώην παιδικό δωμάτιό του… μαζί με την λίγο άπλυτη μυρωδιά εφηβείας, τσαλακωμένων πουλόβερ και ασφάλειας, γιατί αν έχει μυρωδιά η ασφάλεια, πρέπει να είναι κάπως έτσι. Η μαμά του έβαζε ναφθαλίνη στα χειμωνιάτικα και μια ελαφριά εσσάνς ναφθαλίνης έβγαινε διακριτικά μέσα από τη ντουλάπα του. Είναι ισοπεδωτική η μυρωδιά ναφθαλίνης και την αναγνωρίζω από μακριά, ακόμα κι όταν έχουν αεριστεί όλα και έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία μπαλίτσα ναφθαλίνης, την πιάνω στον αέρα και θέλω να ανοίξω φουλ όλα τα παράθυρα.

Μετά είναι οι κολόνιες. Η μία γιαγιά μας φορούσε συγκεκριμένη κολόνια, την Miss Dior στο ασπρόμαυρο μπουκάλι με τον μικρό βελουδένιο φιόγκο, και η μαμά μας για κάμποσα χρόνια, τα «καλά» χρόνια, είχε την Chanel No 5:  και οι δύο κολόνιες μοσχομύριζαν μέσα από τις ντουλάπες τους. Έχω ένα βραδινό τοπ της γιαγιάς και μπορώ να πιάσω ακόμα νότες Miss Dior, τριάντα χρόνια μετά την αναχώρηση της γιαγιάς μας από αυτόν τον κόσμο, αλλά μπορεί να είναι και ιδέα μου. Η μαμά μας έκοψε την Νο 5 λίγο πριν την Κρίση, ενώ ο μπαμπάς μας ζητούσε την «Μυρτώ», μια φθηνή, λεμονάτη κολόνια του σουπερμάρκετ που την λουζότανε με τις χούφτες – έλεγε ότι του θύμιζε τα νιάτα του, για κάποιο λόγο.

Τα λεμόνια μου φέρνουν στο νου την παιδική ηλικία του μεγάλου γιου μου, που όποτε είχε ναυτία ή δυσπεψία, του έδινα ένα λεμόνι να το κρατάει κοντά στη μύτη του – αν χαράξεις τη φλούδα του λεμονιού, τα αιθέρια έλαια έχουν πράγματι αντι-εμετικές ιδιότητες. Εκτός που ο μεγάλος έτρωγε τα λεμόνια κομμένα στη μέση, η μυρωδιά λεμονιού με πάει στις εγκυμοσύνες μου, τις οποίες, σε μεγάλο βαθμό, τις πέρασα με μισά λεμόνια να μαραγγιάζουν στο κομοδίνο. Τα πορτοκάλια μου φέρνουν πάντα ένα είδος ευφορίας, ντιπ ανεξήγητο - αγοράζω αιθέριο έλαιο πορτοκάλι επειδή κάτι παίζει με τη φλούδα τους και με φτιάχνει, μόλις τη μυρίζω, όπως και οι ανθισμένες νεραντζιές. Σταματάω πάντα για τρεις εισπνοές  γιασεμί, αν το πετύχω από γλάστρα ή κήπο. Μια καλή φίλη μου το αγαπάει πολύ και χάρη σ’ αυτήν έμαθα να συντονίζομαι με τη μυρωδιά του. Όταν ακούω ή σκέφτομαι το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη, «Μέσ’ τα θερινά τα σινεμά», πάντα νομίζω ότι ο αέρας μοσχοβολάει γιασεμί.

Γενικά είτε έχω είτε δεν έχω χρόνο, σταματάω να μυρίσω πασχαλιές, όταν τις βρίσκω, και τριανταφυλλιές – απογοητεύομαι όταν πέφτω σε τριαντάφυλλα που δεν έχουν καμία μυρωδιά! Και είναι αλήθεια ότι μοσχοβολούν διαφορετικά τα κόκκινα από τα άσπρα, τα ροζ ή τα κίτρινα τριαντάφυλλα. Γενικά τα λουλούδια έχουν αποσυντονιστικές, με ευχάριστο τρόπο, μυρωδιές – το εντελώς αντίθετο της ναφθαλίνης, ας πούμε, ή των σκουπιδιών. Που σε αποσυντονίζουν με δυσάρεστο τρόπο.

Η μυρωδιά της μπίρας είναι καλοκαίρι, του ουίσκι είναι χειμώνας, όπως και του κόκκινου κρασιού, μια και ξαναγύρισα στις εποχές. Κάποτε παράγγειλα ένα κοκτέιλ με ινδική καρύδα στην καρδιά του χειμώνα και μου φάνηκε παράταιρο, εκτός τόπου και χρόνου (αλλά το ήπια γιατί είναι ωραία η ινδική καρύδα, όπως και ο δυόσμος του Μοχίτο, σε πάει λίγο σε μπιτσόμπαρο, όπου κι αν βρίσκεσαι…). Ο δυόσμος, άσχετα με το Μοχίτο, ήτανε πάντα το φάρμακο για στομαχικές παθήσεις κάθε είδους στην οικογένειά μας. Ενώ μου αρέσει πολύ η μυρωδιά του, σπάνια το χρησιμοποιώ στη μαγειρική γιατί μου θυμίζει στομαχόπονο, δικό μου ή των παιδιών, που ποτέ δεν ήταν πρόθυμα να πιούνε δυόσμο-αφέψημα, κι ας είναι το καλύτερο φάρμακο, αλήθεια.

Πέρασα κάτω από έναν ψηλό ευκάλυπτο προχθές, και έσπασα ένα φύλλο για να το μυρίσω καλά-καλά, λες κι ήμουν κοάλα.  Η Ερέτρια είναι γεμάτη ευκαλύπτους, κι είχαν εκεί σπίτι κάποτε η γιαγιά κι ο παππούς μας, εκτός που νοίκιαζα κι εγώ δύο σεζόν όταν τα μικρότερα παιδιά μου ήταν πολύ μικρά. Η ελαφρώς φαρμακευτική, τσουχτερή μυρωδιά του ευκαλύπτου με τρέχει αυτόματα στην Ερέτρια και σε χαλαρές, παιχνιδιάρικες εποχές με παππού-γιαγιά, ή με μικρά παιδάκια – σχεδόν μυρίζω τα ποδηλατάκια τους στις ισιάδες της Ερέτριας από την παραλία μέχρι τον παιδόποτο, κι αυτόν τότε κάτω από ευκαλύπτους.

Όλοι έχουμε μυρωδιές που μας ταξιδεύουν. Κάθε σπίτι στο οποίο έχω ζήσει, είχε τη μυρωδιά του: έναν συνδυασμό χρωμάτων τοίχου και επίπλων, καθαριστικών υγρών (σε σπάνια χρήση), ηλεκτρικών καλωδίων, φαγητών από διπλανά σπίτια κι από το ίδιο το σπίτι, και αυτής της απροσδιόριστης αίσθησης ρούχων-και-δέρματος, μαλλιών-και-κορμιών, των ανθρώπων που τα κατοικούν, μαζί με εμένα. Ίσως και ανθρώπων που τα κατοίκησαν πριν από εμάς.

Η μυρωδιά του ψητού-στο-φούρνο-με-πατάτες με κάνει να χαμογελάω όταν με τυλίγει, συνήθως Σάββατα ή Κυριακές, από άλλα σπίτια, εστιατόρια και ταβέρνες. Το ίδιο και η ευωδιά του κέικ, της τάρτας ή του γλυκού που ψήνω πότε-πότε, με την πρόφαση ότι αρέσει στα παιδιά, αλλά κυρίως επειδή ψοφάω για την μυρωδιά την ίδια (εκτός που πράγματι αρέσουν στα παιδιά τα κέηκ, μάφιν, κουλουράκια κλπ). Όσο ένα σπίτι μοσχοβολάει βανίλια, ζάχαρη και κανέλα, είναι ένα κόζυ σπίτι, στα μάτια μου. Ή μάλλον στη μύτη μου.

Υπάρχουν μυρωδιές χαλαστικές – νοσοκομείου, αρρώστιας, ιδρυματικής ταλαιπωρίας, ιατρικού κέντρου, εξεταστικού κέντρου, οδοντιατρείου, ακόμα και με ισχυρό αποσμητικό χώρου να σου σπάει τα ρουθούνια. Οι αίθουσες αναμονής πάντα έχουν απορροφήσει φοβισμένο ιδρώτα και άγχος, αγωνία, όπως οι αίθουσες αναμονής στα ΚΤΕΛ έχουν ρουφήξει παραίτηση και κούραση, ή οι αίθουσες αναμονής των αεροδρομίων έχουν αρπάξει απρόσωπη αδιαφορία μαζί με πλαστικές οσμές έτοιμων σνακ και καφέδων.

Κοιτάξτε όμως, θυμάμαι πώς μύριζαν τα τυπογραφεία των εφημερίδων και περιοδικών, τα συνοικιακά μπακάλικα και τα παραδοσιακά καφενεία: μελάνι και λάδι μηχανής τα πρώτα, σπασμένα μπισκότα Μιράντα σε μεγάλα μεταλλικά κουτιά τα δεύτερα, και τσιγάρο-με-ελληνικό-καφέ τα τρίτα. Είναι παλιές μυρωδιές που αν είστε  ξεπεταρούδια, μπράβο σας που δεν σας λένε τίποτα.

Αν είστε λίγο πιο βίντατζ, έχετε σίγουρα κι εσείς μυρωδιές, ευωδιές ή οσμές που δεν ξεχνάτε ποτέ, ή που συνδυάζετε με πρόσωπα, καταστάσεις, εποχές, άλλες ζωές, γιατί όχι και άλλους έρωτες…