Σχέσεις: Γιατί έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη να δώσουμε ένα τέλος;
Όταν η απουσία εξήγησης πονάει περισσότερο από την ίδια την απώλεια
Τι λένε οι ψυχολόγοι για την ανάγκη μας να «κλείνουμε» σχέσεις, απώλειες και εκκρεμότητες
«Εξαφανίστηκε», «διαβάστηκε», «χαθήκαμε χωρίς συγκεκριμένο λόγο», «μου έκανε ghosting», «τι να κάνω», «δεν ξέρω τι έγινε», «θέλω τουλάχιστον να μάθω γιατί», «εύχομαι να είχα λίγο παραπάνω χρόνο». Όλες αυτές είναι φράσεις απώλειας, μικρής ή μεγάλης, φράσεις που εκφράζουν ένα δυσεξήγητο κενό μέσα στο μυαλό μας. Ένα κενό άδικο, βίαιο και ξαφνικό, που αναγκαστήκαμε να διαχειριστούμε χωρίς να ξέρουμε το πώς. Έτσι, ο εγκέφαλός μας μας πείθει πως χρειαζόμαστε επειγόντως λίγα λεπτά ακόμα, μια τελευταία κουβέντα, μια εξήγηση. Και γι’ αυτό υπάρχει για όλων των ειδών τις σχέσεις το closure, ή αλλιώς «Δώσε ένα τέλος να αρμόζει», που λέει κι ο Σφακιανάκης. Όμως το χρειαζόμαστε πραγματικά;
Και για να λέμε τα πράγματα σωστά, closure δεν χρειαζόμαστε μόνο στα αισθηματικά aka ερωτικά μας, αλλά και στις φιλίες μας, στις δουλειές μας ή ακόμα και στο πένθος μας. Αναζητάμε επίμονα την αξιοπρέπεια μιας τελικής πράξης και το αίσθημα της πρότερης ασφάλειάς μας.
Η έννοια closure έχει περάσει πια από τα εγχειρίδια της ψυχολογίας στην καθημερινή γλώσσα. Τη χρησιμοποιούμε για σχέσεις, δουλειές, απώλειες, ακόμη και για μικρότερες απογοητεύσεις. Θα την ακούσεις από τη διπλανή κοριτσοπαρέα, όταν αναλύουν το πώς άφησε ο Γιώργος τη Μάγδα στα κρύα του λουτρού χωρίς εξήγηση. Closure σημαίνει να «κλείσει» κάτι, να ολοκληρωθεί, να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Ή τουλάχιστον έτσι το φανταζόμαστε.
Τα ερωτήματα που θα μπορούσε να θέσει κάποιος: Είναι όντως απαραίτητο; Είναι κάτι που όντως χρειαζόμαστε ή είναι η μια ψευδαίσθηση ότι θα αποκτήσουμε πάλι τον έλεγχο του αφηγήματος αν έχουμε μπροστά μας όλα τα στοιχεία; Και, ίσως το πιο σημαντικό: είναι πάντα εφικτό;
Τι είναι στ’ αλήθεια το closure;
Στην ψυχολογία, το closure περιγράφει το αίσθημα τού ότι κάτι έχει ολοκληρωθεί νοητικά. Ότι έχουμε αρκετές πληροφορίες ώστε να καταλήξουμε σ’ ένα συμπέρασμα, να πάρουμε μια απόφαση και τελικά να πάμε παρακάτω.
Το περιγράφει και ο Άρι Γ. Κρουγκλάνσκι, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, σε συνέντευξή του στους NYT, χαρακτηρίζοντάς το ως έναν μηχανισμό που μας λέει: «Έχω αρκετά δεδομένα, μπορώ να σταματήσω να ψάχνω». Ο ίδιος έχει αφιερώσει δεκαετίες στη μελέτη της λεγόμενης need for cognitive closure, της ανάγκης μας, δηλαδή, για βεβαιότητα.
Μέσα από σχετικές κλίμακες μέτρησης, διαπίστωσε ότι κάποιοι άνθρωποι δυσφορούν έντονα με την αβεβαιότητα, ενώ άλλοι την αντέχουν πολύ καλύτερα. Όσοι έχουν υψηλή ανάγκη για closure τείνουν να παίρνουν γρήγορες αποφάσεις, να έχουν πιο σταθερές απόψεις και να αποφεύγουν το «γκρίζο». Αυτό το «γκρίζο» που, ειδικά αν είσαι overthinker, σε κάνει να βγάζεις πράγματα από το «στομάχι» σου. Αυτό μπορεί να είναι λειτουργικό, αλλά μπορεί και να οδηγήσει σε άκαμπτη σκέψη ή βιαστικά συμπεράσματα. Αντίθετα, όσοι έχουν χαμηλότερη ανάγκη για closure συχνά δυσκολεύονται να αποφασίσουν, όμως αντέχουν καλύτερα την ασάφεια και παραμένουν πιο ανοιχτοί σε εναλλακτικές ερμηνείες.
H κοινωνιολόγος Πολίν Μπος αναφέρει με τη σειρά της πως το closure είναι απλώς ένας μύθος, ειδικότερα σε περιπτώσεις «αμφιλεγόμενης» απώλειας, όπου ένα αγαπημένο πρόσωπο απουσιάζει σωματικά αλλά είναι ψυχολογικά παρόν (π.χ. διαζύγιο, χωρισμός) ή όταν μια σημαντική απώλεια δεν έχει σαφή ορισμό (όπως οι διαταραχές που σχετίζονται με την πανδημία ή η άνοια, όπου το άτομο είναι φυσικά παρόν αλλά το μυαλό του όχι). Αντί να επιδιώκει το οριστικό, η Μπος υποστηρίζει πως δεν υπάρχει λόγος διακοπής των σχέσεων. Αντίθετα, πρέπει να επιτρέψουμε τη συνέχιση των δεσμών με το χαμένο άτομο ή την κατάσταση, ενσωματώνοντας την απώλεια στη ζωή κάποιου και βρίσκοντας νόημα χωρίς να χρειάζεται ένα οριστικό τέλος.
Γιατί κάποιες φορές το θέλουμε τόσο πολύ;
Η ανάγκη για closure δεν είναι σταθερή. Σύμφωνα με την έρευνα του Κρουγκλάνσκι, εντείνεται σε περιόδους άγχους, κόπωσης ή αβεβαιότητας για το μέλλον. Επίσης, άνθρωποι με τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία –όπως κακοποίηση ή αστάθεια– μπορεί να δυσκολεύονται ιδιαίτερα με το άγνωστο και να αναζητούν πιο έντονα το σαφές τέλος και συγκεκριμένες εξηγήσεις.
Δεν είναι αδυναμία. Είναι ένας τρόπος του νου (λανθάνων ή όχι, δεν έχει σημασία) να προστατευτεί. Πιστεύουμε πως εάν λέγαμε αυτά που σκεφτόμαστε και θέταμε τις ερωτήσεις που μας βασάνιζαν, θα παίρναμε απαντήσεις που θα ικανοποιούσαν την άσβεστη ανάγκη μας να αποδεχτούμε μια κατάσταση και να πάμε παρακάτω. Αυτό που πολλές φορές δεν συνειδητοποιούμε είναι πως εμείς οι ίδιοι ελέγχουμε το πόσο θα μας επηρεάσει μια κατάσταση, όπως ελέγχουμε επίσης την οπτική με την οποία θα τη δούμε. Το ότι ο άλλος δεν μας πρόσφερε κάποια εξήγηση δεν είναι από μόνο του μια απάντηση; Κι αν η εξήγηση που θα μας δώσει δημιουργήσει άλλα κενά και νέες πληγές; Θα μπαίνουμε κάθε φορά στη διαδικασία της υπερανάλυσης και της αυτοθυματοποίησης, περιορίζοντας ηθελημένα τον εαυτό μας να είναι συναισθηματικά δέσμιος κάποιου άλλου; Γιατί χρειαζόμαστε το σενάριο του να μας «εξηγηθεί» κάποιος σωστά; Γιατί έτσι θα κλείσουμε τις εκκρεμότητες. Αυτό το σήμα παίρνει ο εγκέφαλός μας.
Δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο!
Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις που το closure λειτουργεί πραγματικά θεραπευτικά. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν καταφέρνουμε να βρούμε ένα νόημα σε μια κατάσταση, ένα μάθημα. Χώρισες; Είναι μεν επώδυνο, αλλά ταυτόχρονα σου δίνει την ευκαιρία να αναπλάσεις τον εαυτό σου, να επαναπροσδιορίσεις κάποια πράγματα, να θέσεις ένα νέο πλαίσιο στη ζωή σου. Αυτό είναι μια μορφή closure, όχι απαραίτητα επειδή όλα εξηγήθηκαν, αλλά επειδή το γεγονός απέκτησε θέση μέσα στην προσωπική ιστορία του ατόμου.
Στο ίδιο άρθρο των ΝΥΤ αναφέρεται ως παράδειγμα η μελέτη του Νταν Π. ΜακΆνταμς, καθηγητή ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νόρθγουεστερν, ο οποίος μελετά εδώ και χρόνια πώς οι άνθρωποι αφηγούνται τη ζωή τους. Σύμφωνα με την έρευνά του, όσοι ευημερούν ψυχολογικά τείνουν να ενσωματώνουν τα αρνητικά γεγονότα της ζωής τους σε «λυτρωτικές αφηγήσεις» (redemptive narratives). Δηλαδή, βρίσκουν νόημα ή εξέλιξη μέσα από τη δυσκολία (McAdams, Narrative Identity). Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή πως σε αυτές τις περιπτώσεις το closure ήρθε όταν οι άνθρωποι επέλεξαν να πάρουν στα χέρια τους το αφήγημα της δικής τους ιστορίας χωρίς να εξαρτώνται από κάποιον άλλον.
Όταν το closure γίνεται βάρος
Γράφοντας αυτό το άρθρο, θυμήθηκα όλες τις φορές που πήγα κυριολεκτικά να σκάσω επειδή κάποιος δεν μου είχε δώσει μια εξήγηση, δεν είχε απαντήσει τα «γιατί» μου ή, τέλος πάντων, δεν είχα μείνει ικανοποιημένη από τις απαντήσεις του. Κι εκεί είναι που σε πιάνει και η μανία να αναζητήσεις την «αλήθεια» κι αρχίζεις να κάνεις spiraling και να στέλνεις μηνύματα (Θεέ μου, ας μην είμαι μόνο εγώ που πέρασα αυτή τη φάση…). Η αλήθεια είναι πως, όσο το δουλεύεις, κατανοείς πως δεν έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη από κάποιον άλλο να βάλει «τελεία» για να βρούμε την ηρεμία μας. Παρότι μερικές φορές η αίσθηση της ολοκλήρωσης έχει να κάνει περισσότερο με τα αντίποινα, την εκδίκηση και το «τώρα είμαστε πάτσι» παρά με την επίτευξη ειρήνης και ηρεμίας.
Η απώλεια δεν είναι πάντα κάτι που ξεπερνιέται με ένα «closure». Ο πόνος μπορεί να συνυπάρχει με τη χαρά και το να απαιτούμε από τον εαυτό μας «closure» μπορεί να σημαίνει ότι ακυρώνουμε τη σχέση μας με ό,τι χάθηκε.
Μπορεί το closure να μας πληγώσει;
Σίγουρα ναι. Όπως αναφέραμε παραπάνω, αναζητούμε closure για να πάρουμε τις απαντήσεις που ζητάμε, σωστά; Όμως πάλι δεν μας βοηθά να ελέγξουμε το αφήγημα, καθώς αυτές οι απαντήσεις μπορεί να πονάνε περισσότερο από ό,τι περιμέναμε. Επίσης, ποιος σου εγγυάται ότι οι απαντήσεις που θα πάρεις θα σε ικανοποιήσουν; Όπως επισημαίνει ο Κρουγκλάνσκι, το closure δεν εξαρτάται μόνο από την πληροφορία, αλλά και από το αν εμπιστευόμαστε την πηγή της. Και τότε προκύπτει το δύσκολο ερώτημα: αν δεν έρθει ποτέ το closure που φανταζόμασταν, μπορούμε παρ’ όλα αυτά να συνεχίσουμε;
Ίσως το closure να μην είναι τελικό
O ψυχολόγος Ντέιβιντ Τζ. Λέι υποστηρίζει πως, εάν το closure ήταν όντως τόσο καθοριστικά λυτρωτικό, θα μας επέτρεπε να ζήσουμε τη ζωή μας εντελώς διαφορετικά, χωρίς να επαναλαμβάνουμε λάθη του παρελθόντος ή τοξικές συμπεριφορές. Η λέξη closure εμπεριέχει το οριστικό – αυτό είναι και δεν αλλάζει. Η ζωή δεν λειτουργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλάζει, εξελίσσεται και επαναλαμβάνεται. Η επανάληψη καταστάσεων μπορεί να έρχεται με διαφορετικές μορφές, αλλά παραμένει επανάληψη.
Ίσως, λοιπόν, δεν χρειάζεται να κλείνουμε κάθε κεφάλαιο. Ίσως αρκεί να τα αφήνουμε κάπως ανοιχτά, όχι ως πληγή, αλλά ως μέρος της ιστορίας μας. Κι αυτό, τελικά, μπορεί να είναι αρκετό.
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>