Τελικά δεν είναι στη φάση ωριμότητας που χρειάζεται για κάτι τέτοιο
Η μαμά συνδέεται για πάντα με το παιδί της μέσα από το φαγητό
Η μαμά, ή ακόμα και οι γονείς όταν παίζουν και οι δύο, αναλαμβάνουν το θέμα «φαγητό»… κι απ’ ό,τι έχω καταλάβει πια το αναλαμβάνουν δια βίου.
Το φαγητό της μαμάς είναι ο τρόπος της να δείξει αγάπη χωρίς λόγια
Όταν ήμουν είκοσι και τριάντα χρονών, το «Έχω φτιάξει σπανακόπιτα» της μαμάς μας ήταν ένα τηλεφώνημα-σινιάλο: ελάτε να φάτε και να πάρετε μισό ταψί σπανακόπιτα για το σπίτι σας. Μερικές φορές η πίττα ήτανε κολοκυθόπιτα σε δύο εκδοχές, γλυκιά και αλμυρή, άλλοτε πρασόπιτα, κιμαδόπιττα ή τυρόπιτα, πάντως σπιτική πίτα με φύλλο που άνοιγε η μαμά μας. Η οποία δεν σκοτωνότανε κιόλας στην κουζίνα, αλλά μερικά πράγματα τα έφτιαχνε καταπληκτικά, όπως π.χ. τις πίτες.
Το θέμα δεν είναι οι πίτες, ή το όποιο φαγητό φτιάχνει μια μέση μαμά, ή έφτιαχνε μια μέση μαμά στα 80s και στα 90s, όταν τα παιδιά της είχανε μεγαλώσει και φύγει πια από το σπίτι. Το θέμα είναι πως αυτή η σχέση με το φαγητό, που κατά κάποιον τρόπο συνδέει τα παιδιά με τη μαμά άρα με το σπίτι, συνεχίζεται όταν το παιδί μεγαλώνει και γίνεται μαμά με τη σειρά του, ή μπαμπάς, ανάλογα. Κι είναι περίεργο το ότι έχω υιοθετήσει την πρακτική, γιατί όσο νόστιμες κι αν ήταν οι πίτες της μαμάς μας, όσο τραγανό κι αν ήταν το φύλλο, όσο πλούσια κι αν ήταν η γέμιση… έπρεπε να κατέβω στην Πλατεία Βικτωρίας για να την δοκιμάσω. Να αφήσω ό,τι δουλειές με φούντες είχα, ό,τι έρωτες, εξόδους, παρέες, υποχρεώσεις, πιέσεις και ντεντλάιν, έπρεπε να τα ξεχάσω όλα και να τρέξω στη μαμά, να καθίσω και καμιά ώρα με τους δυο γονείς μας σε ένα οικογενειακό τραπέζι, να χασομερήσω, να χάσω χρόνο – ενώ η ζωή, και οι δουλειές, και οι έρωτες, ενώ όλα μα όλα για μένα έτρεχαν με χίλια. Όσο μεγάλωναν οι γονείς μας και καταλαβαίναμε ότι ο χρόνος μαζί τους συμπιέζεται, τόσο πιο αγχωτική γινόταν η επίσκεψη-για-φαγητό. Αισθάνομαι ενοχές βέβαια που το κατάλαβα αργά αυτό (ευτυχώς όχι πάρα πολύ αργά) και τα τελευταία χρόνια, έχοντας μεγαλώσει και η ίδια, προσπαθούσα να πηγαίνω με κάθε ευκαιρία, δηλαδή με ευκαιρία το σπιτικό φαγητό. Οι πίτες με χειροποίητο φύλλο της μαμάς μας άρχισαν να φτιάχνονται με έτοιμο φύλλο («Σα σπιτικό είναι, λες και το άπλωσα τώρα!») Τα ωραία της ρολά με φράουλες και σαντιγύ έδωσαν τη θέση τους σε ταπεινά φρουί ζελέ. Το «έλα μια βόλτα, να πάρεις φαγητό» έγινε σκέτο «έλα μια βόλτα», μια και το φαγητό όσο περνούσαν τα χρόνια έπεφτε σε ποιότητα, όπως έπεφτε και η γενικότερη υγεία των γονιών μας.
Κι ενώ δυσανασχετούσα στα είκοσι και τα τριάντα μου κάθε φορά που «έπρεπε» να πάω για φαγητό στο πατρικό της μαμάς μας, στα σαράντα και στα πενήντα άρχισα να εκτιμάω την επίσκεψη, αν όχι και το ίδιο το φαγητό: δεν σε νοιάζει καθόλου τι θα φας όταν είσαι είκοσι και τριάντα χρονών, ο νους σου είναι στις δουλειές, στους έρωτες, στις ευκαιρίες και στις εξόδους. Μπορείς να μείνεις νηστική ή να τη βγάλεις με τυρόπιτες μια βδομάδα και δεν χαλάει το στομάχι ούτε το έντερο ούτε η διάθεσή σου, είσαι μια χαρά γιατί τρέχεις πάνω-κάτω και δεν σκέφτεσαι το φαγητό καθόλου… ή τουλάχιστον έτσι ήμουν εγώ, μπορεί εσείς να ήσασταν άλλα άτομα, να εκτιμούσατε ένα γκουρμέ πιάτο περισσότερο από ένα δυναμικό μήτινγκ/σεξ.
Το περίεργο λοιπόν είναι ότι, ενώ θυμάμαι καλά πόσο αγχωνόμουν όταν έπεφτε σύρμα για οικογενειακό φαγητό π.χ. την Κυριακή («Μαμά. άσε με, θέλω να πάω στη θάλασσα την Κυριακή!», «Ε, έλα τη Δευτέρα, ακόμα καλό θα είναι το φαΐ!»), ή για επίσκεψη στο πατρικό για πίτα στη μέση της βδομάδας, το περίεργο είναι ότι κάνω το ίδιο στα παιδιά μου, συνήθως χωρίς να το σκεφτώ: στέλνω μήνυμα στον μεγάλο γιο μου «Έχουμε παστίτσιο/σοφρίτο, αν θέλεις πέρνα να φας και να πάρεις για αύριο». Το σύνθετο, δύσκολο φαγητό δεν το έχω μαγειρέψει με τα χεράκια μου παρά το έχει φιλοτεχνήσει η αγαπημένη φίλη και γειτόνισσα που έχει ταλέντο στη μαγειρική και θα έπρεπε να είχε γίνει σεφ. Το φαγητό της είναι τόσο ωραίο και σπιτικό που θέλω να φάει κι ο γιόκας μου, να μην το χάσει – παρόλο που τρέχει σαν παλαβός και δεν σταματάει, ορίστε που τον φορτώνω με ένα φαγητό το οποίο ναι μεν δεν τον ενδιαφέρει σαν ιδέα, το απολαμβάνει δε, όταν το βρίσκει, ΚΑΙ είναι η αφορμή για να περάσει να τον δω. Εγωιστικό, σίγουρα (έχει τη ζωή του το παιδί, μόνο εγώ του έλειπα!), αλλά κάπως πέρασε αταβιστικά η κλωστή που συνδέει τη μαμά με το παιδί μέσα από το φαγητό, κάπως εδραιώθηκε μέσα μου ότι αυτός είναι ο τρόπος και δεν υπάρχει άλλος. Η αδερφή μας κάνει το ίδιο, δίνει ταπεράκια στα ενήλικα παιδιά της όπως κι εγώ, που δεν ξεμένω ποτέ από αλουμινένια κουτιά συσκευασίας μιας χρήσης. Επίσης το ψάρι, σε οποιαδήποτε εκδοχή, το μαγειρεύω σχετικά καλά, οπότε ενημερώνω τον μεγάλο όταν φτιάχνω ψάρι, να περάσει να φάει ή να πάρει μαζί του – άλλος μπελάς γι’ αυτόν, μια και το ψάρι τρώγεται την πρώτη, άντε και την δεύτερη μέρα, ενέχει πίεση δηλαδή, προκειμένου να φαγωθεί φρέσκο.
Πηγαίνετε όμως, ή παρ’ όλα αυτά, πηγαίνετε να φάτε το φαγητό της μαμάς σας – είναι ο τρόπος της να δείξει αγάπη χωρίς λόγια, ίσως ο τρόπος που έμαθε από τη δική της μαμά. Πάρτε τηλέφωνο τη μαμά σας και ρωτήστε την τι φαγητό έχει, και καθίστε να φάτε δυο μπουκιές ενώ σας κοιτάζει με τον θαυμασμό που όλες οι μαμάδες κοιτάμε τα παιδιά μας. Κάντε το, ακόμα κι αν η μαμά σας δεν είναι καμιά μαγείρισσα περιωπής. Γιατί το θέμα δεν είναι, ποτέ δεν ήταν, το φαγητό. Το θέμα είναι (γκουχ γκουχ) η αγάπη που σας συνδέει.
Και μην κοιτάτε το ταβάνι με απελπισία: παρόλο που δεν το πιστεύετε τώρα, η μαμά σας δεν θα είναι για πάντα σε θέση να μπει στην κουζίνα για πάρτη σας. Όσο κι αν το θέλει.
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>