Μέρι Κουάντ: Η γυναίκα που σήκωσε το στρίφωμα 15 πόντους και έκανε μόδα τη μίνι φούστα

Βρισκόταν στην καρδιά του «Swinging London», στο απόλυτα σωστό μέρος και τη σωστή στιγμή για να μεγαλουργήσει. Και το έκανε

Μέρι Κουάντ: Σαν σήμερα, 10 Ιουλίου, πριν από 62 χρόνια, η Βρετανίδα σχεδιάστρια έκανε την πρώτη της κολεξιόν με μίνι φούστες

Λονδίνο, αρχές της δεκαετίας του 1960. Έξω από τη βιτρίνα της μπουτίκ Bazaar στo Kings Road, το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται σχεδόν καθημερινά. Από τη μία, νεαρές γυναίκες σταματούν για να χαζέψουν τα καινούργια ρούχα της Μέρι Κουάντ, γεμάτα έντονα χρώματα, κοντές γραμμές και μια διάθεση που δεν θύμιζε σε τίποτα την αυστηρότητα της μεταπολεμικής Βρετανίας.

Την ίδια στιγμή, κάποιοι περαστικοί αντιδρούν με οργή. Άνδρες με ριγέ κοστούμια και το συντηρητικό ύφος μιας άλλης εποχής στέκονται μπροστά στη βιτρίνα και διαμαρτύρονται, χτυπώντας την ακόμη και με τις ομπρέλες τους. Για εκείνους, η νέα μόδα ήταν «ανήθικη» και «απαράδεκτη». Για τη νέα γενιά γυναικών όμως, ήταν η πρώτη φορά που ένα ρούχο έμοιαζε σαν να τους ανήκε πραγματικά.

Η μίνι φούστα της 30χρονης τότε Μέρι Κουάντ παρουσιάστηκε σε ολοκληρωμένη κολεξιόν μία ημέρα σαν σήμερα, στις 10 Ιουλίου, το 1964. Η σχεδιάστρια ανέβασε το στρίφωμα περίπου 15 εκατοστά πάνω από το γόνατο και αν και δεν έγινε αμέσως αρεστή από όλους, σίγουρα έγινε τάση.

Η Μέρι Κουάντ ποζάρει μαζί με μοντέλα που φορούν μίνι φούστες και φορέματα © George Stroud /Getty Images

Από τη μία πλευρά βρίσκονταν όσοι πίστευαν ότι το γυναικείο ντύσιμο έπρεπε να παραμένει κομψό, διακριτικό και πιστό στους παλιούς κανόνες. Ανάμεσά τους βρισκόταν η θρυλική Κοκό Σανέλ, η οποία είχε μια εμμονική αποστροφή για τη μίνι φούστα, αφού αποκάλυπτε τα γόνατα, που για εκείνη ήταν το πιο άσχημο σημείο του γυναικείου σώματος.

Στην ίδια πλευρά της ιστορίας της μόδας βρισκόταν και η Σοφία Λόρεν που έλεγε πως το νέο αυτό μήκος είχε «καταστρέψει το γυναικείο μυστήριο». Η απάντηση της Κουάντ ήταν χαρακτηριστικά ειρωνική: «Εκείνη είναι φτιαγμένη διαφορετικά».

Από την άλλη, ήταν τα κορίτσια της διπλανής πόρτας που δεν ήθελαν πλέον να φορούν ρούχα σχεδιασμένα για μια προηγούμενη γενιά. Ήθελαν να κινούνται ελεύθερα, να χορεύουν και να διασκεδάζουν, να μπορούν να τρέξουν για να προλάβουν το λεωφορείο.

Κι αυτό ακριβώς έκανε πράξη η Μέρι Κουάντ που αρνιόταν να πάρει όλη την «ευθύνη» για τη γέννηση της μίνι φούστας. «Δεν την εφηύρα εγώ. Την εφηύραν τα κορίτσια στον δρόμο», έλεγε. Για εκείνη, η μόδα δεν ξεκινούσε από τα ατελιέ αλλά από την κοινωνία που άλλαζε, στην καρδιά του «Swinging London».

Τελικά το να βρίσκεται κανείς στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή μπορεί να αποδειχθεί επαναστατικό. Κι εκείνη βρισκόταν ακριβώς εκεί.

Μέρι Κουάντ: Η ιστορία της γυναίκας που έκανε μόδα τη μίνι φούστα

Η Κουάντ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1934. Όταν τελείωσε το σχολείο, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ακολουθήσει καριέρα στη μόδα. Οι γονείς της ήταν αντίθετοι, όμως η Μέρι κατάφερε να τους πείσει με την προϋπόθεση ότι θα αποκτούσε πρώτα δίπλωμα δασκάλας τέχνης.

Η Κουάντ έγινε δεκτή στο Goldsmiths. Εκεί μοντέλο στις σπουδές της ήταν ο Κουέντιν Κρισπ, τον οποίο η ίδια περιέγραφε ως «το πιο θαυμαστό μοντέλο και το πιο δύσκολο να σχεδιάσεις».

Εκεί γνώρισε επίσης τον μελλοντικό σύζυγό της, τον κομψό Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν, το 1953, σε έναν χορό. Η ίδια τον ερωτεύτηκε αμέσως.

Ο Πλάνκετ Γκριν, που αγαπούσε τις εκκεντρικές εμφανίσεις - φορούσε συχνά το χρυσό μεταξωτό πιτζάμα τοπ της μητέρας του με παντελόνι σε χρώμα δαμάσκηνου - αποτέλεσε τον σύντροφό της στη ζωή και στις επιχειρήσεις. Η συνεργασία τους κράτησε μέχρι τον θάνατό του, σε ηλικία 57 ετών, το 1990.

Μετά την αποφοίτησή της από το Goldsmiths, η Κουάντ είχε μια σημαντική αποκάλυψη όταν εργάστηκε ως μαθητευόμενη σε έναν σχεδιαστή καπέλων στο Μέιφερ, κοντά στο Claridge’s. Με μισθό μόλις 2 λίρες και 10 σελίνια την εβδομάδα, άρχισε να σκέφτεται τη μόδα διαφορετικά: με βάση το κόστος χρήσης ενός ρούχου.

«Μου φαινόταν τόσο παράλογο να φτιάχνεις ένα καπέλο για μία γυναίκα που θα το φορούσε μόνο στους αγώνες του Άσκοτ και κόστιζε 30 λίρες», είχε πει. «Ήταν προφανές ότι τα ρούχα έπρεπε να παράγονται μαζικά».

Παρά την εκκεντρική του εμφάνιση, ο Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν ήταν ένας εξαιρετικός επιχειρηματίας με έντονο ένστικτο στο μάρκετινγκ. Η Κουάντ τον αποκαλούσε «τον καλύτερο πωλητή που υπήρξε ποτέ».

Μαζί με τον πρώην δικηγόρο Άρτσι ΜακΝέιρ, ο οποίος είχε ανοίξει το πρώτο espresso bar του Τσέλσι, δημιούργησαν ένα επιχειρηματικό σχέδιο που συνδύαζε μόδα και φαγητό. Στο ισόγειο θα βρισκόταν η μπουτίκ της Κουάντ, το Bazaar, και στο υπόγειο το εστιατόριο Alexander’s.

Άλλαξε τη γυναικεία γκαρνταρόμπα και όχι μόνο με το μίνι

Το 1955, όταν το Bazaar άνοιξε τις πόρτες του στo Kings Road, υπήρχε ήδη μεγάλη ουρά έξω από το κατάστημα. Η νέα αισθητική της Κουάντ ήταν έτοιμη να εμφανιστεί: «Πολύ απλή. Πολύ τολμηρή».

Το λογότυπο με τη μαργαρίτα έγινε το χαρακτηριστικό της σύμβολο.

To brand logo της Μέρι Κουάντ

Επειδή δεν μπορούσε να βρει τα ρούχα που ήθελε να πουλήσει, πέρασε από τον ρόλο του αγοραστή σε εκείνον της σχεδιάστριας. Παρακολούθησε μαθήματα πατρόν και αγόρασε μια ραπτομηχανή.

Χρησιμοποιώντας υφάσματα ανδρικών κοστουμιών από τα Harrods, δημιούργησε φορέματα τύπου τουνίκ που φοριόντουσαν με στενά πουλόβερ. Δημιούργησε καλσόν σε όλα τα χρώματα και έπεισε παραγωγούς πλεκτών να προσθέσουν μήκος στα πουλόβερ ώστε να μετατραπούν σε φορέματα.

«Έτσι γεννήθηκε το σακ φόρεμα», είχε πει, «και εμφανίστηκε στο Παρίσι έναν χρόνο αργότερα».

Μία από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες της ήταν ένας λευκός πλαστικός γιακάς που μπορούσε να αλλάξει εντελώς την εμφάνιση ενός απλού μαύρου φορέματος. «Τα ρούχα μου χαρακτηρίστηκαν νόστιμα, περίεργα, μοντέρνα, εκκεντρικά και με πολλούς ακόμη τρόπους», είχε πει. «Οι άνθρωποι είτε τα αγαπούσαν είτε τα μισούσαν».

Λέγεται ότι η μίνι φούστα πήρε το όνομά της από το αγαπημένο της αυτοκίνητο Mini Cooper, που ένιωσε ότι «αντιπροσώπευε τη ζωή και τεράστιες ευκαιρίες».

Ανάμεσα στους διάσημους πελάτες της ήταν η Μπριζίτ Μπαρντό, η Λέσλι Καρόν και η Όντρεϊ Χέπμπορν. Ο Τζον Λένον φωτογραφήθηκε φορώντας καπέλο της Μέρι Κουάντ. Όταν η Πάτι Μπόιντ παντρεύτηκε τον Τζορτζ Χάρισον το 1966, φόρεσε ένα σύνολο της Κουάντ με μεταξωτό φόρεμα και κόκκινο γούνινο παλτό από αλεπού.

Η Μέρι Κουάντ τιμήθηκε με το βραβείο των Sunday Times για το γεγονός ότι «ταρακούνησε την Αγγλία και την έβγαλε από τη συμβατική της στάση απέναντι στα ρούχα».

Η δημιουργική της πορεία ήταν μια συνεχής ανακάλυψη. Το 1963 παρουσίασε τη συλλογή «Wet Look», χρησιμοποιώντας το γυαλιστερό PVC σε αποχρώσεις όπως το τζίντζερ, η τερακότα και το κίτρινο. Στη συνέχεια δημιούργησε τη σειρά Ginger Group, μία από τις πρώτες κολεξιόν προσιτής μόδας από μεγάλο σχεδιαστή.

Σε ηλικία 32 ετών τιμήθηκε με το παράσημο OBE και έγραψε την πρώτη αυτοβιογραφία της, «Quant by Quant». Μέσα σε επτά χρόνια από το άνοιγμα του Bazaar, η επιχείρησή της ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο λίρες. Τα σχέδιά της πωλούνταν σε 150 καταστήματα στη Βρετανία, σε 320 στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ελβετία, η Κένυα, η Νότια Αφρική, η Αυστραλία και ο Καναδάς.

Το 1963 άνοιξε δεύτερο κατάστημα και δημιούργησε τη δική της σειρά καλλυντικών. Με την ίδια λογική που είχε αλλάξει τα ρούχα, άλλαξε και το μακιγιάζ: δημιούργησε τα εμβληματικά «Mary Quant Paint Box», », όπου τα καλλυντικά παρουσιάζονταν σαν παλέτα σε μία κασετίνα.

Παρακολουθώντας μοντέλα όπως η Ζαν Σρίμπτον και η Twiggy, παρατήρησε πως χρησιμοποιούσαν το πρόσωπό τους σαν καμβά. Τα πρώτα της προϊόντα περιλάμβαναν μολύβια μακιγιάζ σε μεταλλικά κουτιά, ενώ οι ονομασίες τους είχαν το χιούμορ που χαρακτήριζε ολόκληρη την αυτοκρατορία της: σκιές ματιών με το όνομα «Jeepers Peepers», τζελ με την ονομασία «Jelly Babies», μέικ απ «Starkers» και ένα σουτιέν με το παιχνιδιάρικο όνομα «Booby Traps». Ήταν επίσης εκείνη που πρώτη δημιούργησε την αδιάβροχη μάσκαρα.

Το 2009, το αγαπημένο της φόρεμα, το «Banana Split», συμπεριλήφθηκε σε σειρά γραμματοσήμων των Βασιλικών Ταχυδρομείων, μαζί με άλλα βρετανικά σύμβολα σχεδιασμού, όπως το Concorde, το Spitfire, το φωτιστικό Anglepoise και τον χάρτη του μετρό του Λονδίνου.

«Πόσο υπέροχη ζωή έζησες, πόσο τυχερή γυναίκα είσαι»

Όταν έγραψε τη δεύτερη αυτοβιογραφία της το 2012, τρία χρόνια πριν τιμηθεί με τον τίτλο Dame για την προσφορά της στη μόδα, κοίταξε πίσω τη ζωή της με ευγνωμοσύνη:
«Σκεφτόμουν κυρίως: Θεέ μου, πόσο υπέροχη ζωή έζησες, πόσο τυχερή γυναίκα είσαι. Πώς κατάφερες να διασκεδάσεις τόσο πολύ;»

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη επιτυχία της Μέρι Κουάντ να ήταν το γεγονός ότι κατάφερε να αλλάξει το πώς μια ολόκληρη γενιά αντιλαμβανόταν την ελευθερία και τη χαρά του να ντύνεται όπως θέλει. Άλλωστε όπως η ίδια έλεγε «τα ρούχα είναι ένα statement για το τι θέλει κανείς να είναι».

Με πληροφορίες από BBC, Independent, Guardian, Μουσείο Victoria & Albert