Η γυναίκα που αρνήθηκε να γίνει μούσα και μετέτρεψε τη ζωή της σε έργο τέχνης
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
16°
Λεονόρα Κάρινγκτον: Μια ζωή πιο σουρεαλιστική από το έργο της
Λεονόρα Κάρινγκτον: Η γυναικεία φιγούρα του σουρεαλισμού, σύντροφος του Μαξ Έρνστ, έζησε τη ζωή με τους δικούς της όρους
Έκοψε τους δεσμούς με την πλούσια οικογένεια της, ερωτεύτηκε τον Μαξ Ερνστ, κλέφτηκε μαζί του στο Παρίσι και βρέθηκε στην καρδιά του Σουρεαλιστικού κινήματος. Όταν ο πόλεμος τους χώρισε, δραπέτευσε από ψυχιατρικό άσυλο και κατέφυγε στο Μεξικό όπου έγινε από τις διασημότερες καλλιτέχνιδες αλλά και ιδρυτικό μέλος του φεμινιστικού κινήματος της χώρας.
Ιδιοφυής ζωγράφος, γλύπτρια και συγγραφέας. Μητέρα, μέντορας και ερωμένη. Αλχημίστρια, μυστικίστρια, επαναστάτρια και πρωτοπόρος. Μια δυνατή και συγχρόνως ευάλωτη γυναίκα, πολέμησε τόσο τους δικούς της δαίμονες όσο και τις προκαταλήψεις της εποχής για το φύλο της. Δημιούργησε πάνω από δύο χιλιάδες έργα -και όμως, μέχρι λίγο πριν από τον θάνατο της, το 2011, ήταν σχετικά άγνωστη. Σήμερα κανείς δεν μπορεί να πει τι ήταν πιο σουρεαλιστικό, το έργο της ή η ζωή της.
Η Λεονόρα Κάρινγκτον γεννήθηκε στην Αγγλία, σε ένα περιβάλλον προνομιακό αλλά και ασφυκτικά καταπιεστικό. Δύο καθολικά σχολεία την απέβαλαν λόγω «αντιδραστικής» συμπεριφοράς και οι γονείς της την έστειλαν σε σχολή εκμάθησης καλών τρόπων ώστε να γίνει μία καλή σύζυγος. Μάταια. Όταν οι συνομήλικές της πήγαιναν σε χορούς προς αναζήτηση γαμπρού, εκείνη έμενε πεισματικά σπίτι διαβάζοντας Άλντους Χάξλει και ζωγραφίζοντας. Σύντομα, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της, σπούδαζε καλές τέχνες στο Λονδίνο.
Ο έρωτας ως μύθος, καταλύτης και παγίδα
Εκεί συνάντησε και τον κατά είκοσι έξι χρόνια μεγαλύτερό της Μαξ Ερνστ. Ο Σουρεαλισμός ήταν στο φόρτε του και ο Ερνστ ήταν από τους πιο λαμπερούς εκπρόσωπούς του –επίσης, ήταν γυναικάς. Με το που γνωρίστηκαν, εγκατέλειψε την γυναίκα του και οι εραστές έφυγαν μαζί για το Παρίσι. Ο έρωτάς τους έγινε μύθος κι εκείνη για πολλά χρόνια δεν ήταν γνωστή παρά μόνο ως «η ερωμένη του Ερνστ». Οι σουρεαλιστές, παρά τις προοδευτικές ιδέες τους, περιφρονούσαν τις γυναίκες καλλιτέχνες και δεν τις δέχονταν εύκολα στον κόσμο τους και το κίνημα τους, παρά μόνο ίσως σαν μούσες ή ερωμένες. Η Λεονόρα Κάρινγκτον θυμόταν που ο Μιρό την έστελνε να του πάρει τσιγάρα, λες και ήταν το παιδί για τα θελήματα.
Εκείνη όμως είχε το όραμά της –και την ενθάρρυνση του Ερνστ. Ενέπνεε ο ένας τον άλλο, ζωγράφιζε ο ένας τον άλλο και διακοσμούσαν το σπίτι τους με τα σουρεαλιστικά γλυπτά τους –υβριδικά απόκοσμα πλάσματα, ψάρια, σαύρες, γυναίκες πουλιά και γυναίκες άλογα. Όταν τον γνώρισε άρχισε να ζωγραφίζει το Self Portrait, μια σκληρά ρεαλιστική απεικόνιση του εαυτού της και της σεξουαλικότητάς της. Σύντομα το έργο εκτέθηκε δίπλα σε έργα του Νταλί, του Ερνστ, του Πικάσο, του Μαν Ρέι –και, ειρωνικά, του Μιρό. Σήμερα ανήκει στη μόνιμη συλλογή του MoMA.
Ο πόλεμος, η κατάρρευση και η βίαιη κανονικότητα
Με το ξέσπασμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ο Ερνστ συνελήφθη από τους Γάλλους λόγω της Γερμανικής του καταγωγής αλλά σύντομα με την βοήθεια του φίλου του, Πολ Ελιάρ, αφέθηκε ελεύθερος. Την επόμενη φορά ήταν η Γκεστάπο που τον συνέλεβε με την κατηγορία ότι η «παρακμιακή» τέχνη του υπέσκαπτε τα ναζιστικά ιδεώδη. Και αυτή τη φορά ήταν η συλλέκτρια Πέγκυ Γκούγκενχαιμ που τον βοήθησε να αποδράσει και να φύγει μαζί της στην Αμερική. Στο μεταξύ η Κάρινγκτον είχε καταφύγει στην Μαδρίτη και ήταν συντετριμμένη. Ένιωθε τύψεις που είχε εγκαταλείψει τον Ερνστ; Ένιωθε προδομένη που εκείνος το είχε σκάσει με μια άλλη γυναίκα; Σε κάθε περίπτωση, η ψυχική της υγεία πήρε τον κατήφορο, άρχισε να έχει παραισθήσεις και ψυχωτικά επεισόδια και βρέθηκε έγκλειστη σε ψυχιατρικό άσυλο.
Εκεί βίωσε την κόλαση -καταστολή, απομόνωση, σεξουαλικές επιθέσεις. Αλλά το χειρότερο ήταν η θεραπεία της –δεμένη σε ένα κρεβάτι, της χορηγούσαν αντυψυχωσικά φάρμακα που προκαλούσαν βίαιες επιληπτικές κρίσεις. Αργότερα, με την παρότρυνση του Αντρέ Μπρετόν, περιέγραψε το τραύμα του εγκλεισμού της στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Down Below και στους πίνακες Portrait of Dr. Morales και Map of Down Below.
Οι γονείς της συνεννοήθηκαν για την μεταφορά της και την συνέχιση της θεραπείας της σε ένα σανατόριο στην Νότιο Αφρική. Όταν η αποστολή έφτασε στην Πορτογαλία, η Λεονόρα Κάρινγκτον έκανε την απόδρασή της. Αναζήτησε το διπλωματικό σώμα και κατάφερε να συναντήσει τον Ρενάτο Ντε Λουκ, Μεξικανό ποιητή και διπλωμάτη που είχε κάποτε γνωρίσει στο Παρίσι μέσω του γείτονα της, Πάμπλο Πικάσο. Ο Ντε Λουκ δέχτηκε να την παντρευτεί ώστε να της εξασφαλίσει διπλωματική ασυλία αλλά και μια οδό διαφυγής από την εμπόλεμη Ευρώπη. Βρέθηκε έτσι στην Νέα Υόρκη όπου συνάντησε ξανά τον Ερνστ –ακόμη ερωτευμένο, αλλά παντρεμένο πλέον με την σωτήρα του, Πέγκι Γκούγκενχαιμ. Εκείνο όμως που άλλαξε τη ζωή της, ήταν το ταξίδι της με τον Ντε Λουκ στο Μεξικό.
Το Μεξικό ως δεύτερη γέννηση
Ο Μπρετόν είχε πει «ότι το Μεξικό ήταν η πιο σουρεαλιστική χώρα του κόσμου». Σίγουρα, εκείνη την εποχή ήταν γεμάτο Ευρωπαίους, εκπατρισμένους αντιναζιστές καλλιτέχνες –και βέβαια, σουρεαλιστές. Για την Λεονόρα Κάρινγκτον έγινε μια δεύτερη πατρίδα. Εκεί εντρύφησε στον εσωτερισμό, την αστρολογία, την Ταρό, τη μυθολογία των Μάγιας, την Καμπάλα και τον Βουδισμό –ενδιαφέροντα που μοιραζόταν με τις νέες της φίλες, την ζωγράφο Ρεμέδιος Βάρο και την φωτογράφο Κάτι Χορν. Μαζί οδήγησαν τον σουρεαλισμό σε νέα μονοπάτια, σε μια εκδοχή πιο ενστοικτώδη, πιο γυναίκεία και μυστικιστική. Αλλά πάντα ανατρεπτική, αντισυμβατική και για πολλούς βλάσφημη. Καλούσαν σε δείπνο τυχαίους αγνώστους από τον τηλεφωνικό κατάλογο σε δείπνο, πρόσφεραν ομελέτα από ανθρώπινες τρίχες και χαβιάρι από βαμμένη ταπιόκα και παρακολουθούσαν τις αντιδράσεις.
Οι Μεξικανοί την θεωρούσαν ήδη δική τους και της άνοιξαν πόρτες που ήταν κλειστές στις γυναίκες εκείνη την εποχή. Σύντομα μια μεγάλη τοιχογραφία της κοσμούσε το Εθνικό Μουσείο Ανθρωπολογίας. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί τον Ούγγρο φωτογράφο Εμέρικο Βάις με τον οποίο απέκτησε δυο γιούς. Ο γάμος τους ήταν σταθερός αλλά και οι εραστές της πολλοί, με γνωστότερο τον Οκτάβιο Παζ. Η ίδια είχε πει πως η εκρηκτική της σεξουαλικότητα την στοίχειωνε μια ζωή.
Μετά ήρθε το ’70, με τις δικές του προοδευτικές τάσεις και η Κάρινγκτον πρωτοστάτησε στη δημιουργία του φεμινιστικού κινήματος της χώρας. Ζωγράφισε την αφίσα του κινήματος με τίτλο «Αφύπνιση των Γυναικών» και μιλούσε με κάθε ευκαιρία για τις «θρυλικές δυνάμεις» των γυναικών και την αναγκαιότητα να πάρουν πίσω τα «δικαιώματα που πάντα τους ανήκαν». Πίστευε ότι για να υπάρχει ψυχική ελευθερία πρέπει να υπάρχει πολιτική ελευθερία, καλούσε τις γυναίκες να είναι πολιτικά ενεργές και συμμετείχε σε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες.
Καλλιτεχνικά, ωστόσο, παρέμενε στο περιθώριο. Δεν κυνήγησε ποτέ την φήμη. «Ζωγράφιζα για τον εαυτό μου», είχε πει, «ποτέ δεν πίστευα ότι κάποιος θα ήθελε να εκθέσει ή να αγοράσει τα έργα μου». Η αναγνώριση ήρθε αργά - όταν είχε πια περάσει τα ογδόντα, η ιστορία της τέχνης θυμήθηκε να την κοιτάξει σοβαρά. Το 2024, το Sotheby’s πούλησε πίνακά της στην αστρονομική τιμή των 28,5 εκατομμύριων δολαρίων.
Το έργο της έχει μαύρο χιούμορ και ειρωνεία, είναι μυστήριο και αινιγματικό όπως και η ζωή της. Οι γυναίκες που απεικονίζει, μεταμορφωμένες οντότητες που προξενούν δέος. «Δεν είχα χρόνο να είμαι η μούσα κανενός», είχε πει. «Ήμουν πολύ απασχολημένη με το να κάνω την επανάστασή μου στην οικογένειά μου και να μάθω να είμαι καλλιτέχνης». Τα έκανε και τα δύο με επιτυχία.
Δειτε περισσοτερα
Επίσκεψη στο σπίτι του αυτοδίδακτου ζωγράφου Χρήστου Τσίντζου
Όταν η φωτογραφία συγκινεί και διασώζει
Ο δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής Αλεξέι Πιβοβάροφ μάς μίλησε για τα ζητήματα που θίγει το ντοκιμαντέρ του «From Slaves to bond»
Ισορροπώντας ανάμεσα στη λειτουργικότητα και το προσωπικό στιλ
Αφορμή το τέλειο βιβλίο «H τελειότητα», υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Booker