Lifestyle

Τα μαγικά 90s: Η δεκαετία που περνούσαμε συγκλονιστικά

Χαβαλές, έρωτας, ελευθερία και ζωή χωρίς ενοχές
Μανίνα Ζουμπουλάκη
ΤΕΥΧΟΣ 986
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Τα 90s: Όταν η χαρά δεν χρειαζόταν άδεια και το γέλιο δεν κινδύνευε να ακυρωθεί

Τι κάνει τα 90s να ξεχωρίζουν από τις άλλες δεκαετίες; Το κλάμπινγκ, τα γκαλά, τα πάρτι, τα νεοϋορκέζικα εστιατόρια, τα μαγαζιά, οι μεγάλες πίστες, τα φώτα, οι ντιτζέις, όλα αυτά, αλλά κυρίως ότι πρώτον, ήμασταν νέοι και δεύτερον, τα ζούσαμε με χίλια, χωρίς ενοχές. Λες και ήταν δικαίωμά μας να περνάμε καλά. Για φαντάσου…

Στα «παλιά χρόνια», στα 90s, αποκαλούσαμε ο ένας τον άλλον με κοριτσίστικα ονόματα –Γιαννούλα, Γεωργία, Μιχαλίτσα και πάει λέγοντας–, ανεξαρτήτως φύλου, που δεν μας ένοιαζε κιόλας, να τσουλάει η παρέα θέλαμε. Το κάναμε για πλάκα, φωνάζαμε «μωρήηηηη!» όταν γινότανε καμιά στραβή, ήμασταν στρέιτ ή γκέι ή λίγο απ’ όλα, δεν είχε σημασία, η απελευθέρωση του σεξουαλικού προσανατολισμού είχε μόλις αρχίσει να σηκώνει κεφάλι. Μετά από σκοτάδια μαύρα, χούντες, μεταπολιτεύσεις, πολιτικές ανακατατάξεις, διαγραφές από σοβαρά κόμματα, αποχωρήσεις από γελοία κόμματα, μετά την καταστροφική έλευση του AIDS, μετά από σαράντα κύματα τέλος πάντων, ανακαλύψαμε το Δικαίωμα στον Χαβαλέ.

Ούτε καν δικαίωμα, τη βαθιά μας επιθυμία να περάσουμε καταπληκτικά – να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε μέχρι «λαρυγγίτη», να μείνουμε ξύπνιοι/ες όλη νύχτα και να χτυπηθούμε, να πιούμε, να καπνίσουμε, να τσακίσουμε και γενικά να ξεκωλιαστούμε. Δεν ξέρω πώς μας ήρθε αυτή η επιφοίτηση, στο λεξικό η δεκαετία του ’90 χαρακτηρίζεται ως «μία δεκαετία πολυ-πολιτισμικότητας και νεοφιλελευθερισμού». Μεγάλες λέξεις που εκφράζουν ακόμα μεγαλύτερα πράγματα. Καμία αναφορά στο χάβαλο και τον διάχυτο αέρα ευδαιμονίας. Τόσο διάχυτο, που σκέπαζε ακόμα και τον φόβο του «καλλιαρντού» (=AIDS).

Η Ελλάδα είχε ανοίξει στον έξω κόσμο, αγοράζαμε εγγλέζικα, γαλλικά και αμερικάνικα περιοδικά, βλέπαμε «Φιλαράκια» και νομίζαμε ότι ζούμε στη Νέα Υόρκη. Ειδικά όταν τρώγαμε στα καινούργια εστιατόρια που θύμιζαν πράγματι Νέα Υόρκη (Cosmos, Balthazar, Αριστερά-δεξιά, Bajazzo, GB Corner στη Μεγάλη Βρεττανία, ΒΕΕ, Vardis στο Πεντελικόν, Al Convento, Boschetto), κάτω από τον Ευαγγελισμό – σύνολο καμιά τριανταριά…

Τα μενού άρπαζαν επιρροές της Νέας Γαλλικής και Ακόμα Πιο Νέας Αμερικάνικης κουζίνας. Εκτός από τα κοσμοπολίτικα, έσφυζαν από ζωή και τα μικρά, συνοικιακά ταβερνάκια, τα οικονομικά εστιατοριάκια, μια και δεν τρώγαμε συνέχεια στο «Ιντεάλ», τσιμπάγαμε και στον «Απότσο», τον «Καραβίτη», τα «Μπακαλιαράκια» και κλασικά παίρναμε παντόφλες στο χέρι από τα «Έβερεστ» ή από τα βρόμικα της Πλατείας Μαβίλη. Μπορούσες να πας στη «Ράτκα» μόλις είχε μπει ο μισθός, ή στον «Ιπποπόταμο», όσο είχες ξεμείνει στα ψιλά.

Όλοι ξέραμε κάποιον που ήξερε κάποιον που είχε γνωρίσει τον Άντι Γουόρχολ, παλιά, αλλά είχε εικόνα. Οι μισοί από εμάς είχαμε τραβηχτεί σε μεγάλες συναυλίες στο εξωτερικό –Queen, David Bowie, Billy Idol, Lou Reed, Michael Jackson–, με το εισιτήριο στα δόντια. Διαβάζαμε άρθρα σε ξένα περιοδικά ή μεταφρασμένα στα ελληνικά περιοδικά, που είχανε πάρει τα πάνω τους, ήταν οι αμπάσαντορ του Μεγάλου Κόσμου. ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΤΟΤΕ! Ή διάβαζες περιοδικά, ή δεν είχες ιδέα τι γινότανε παραέξω, τελεία και παύλα.

Η ωραιότερη λέξη των 90s ήτανε το «κλάμπινγκ», ολοκαίνουργιο, αρχινισμένο από τα 80s, αλλά απογειωμένο πια στη νέα δεκαετία. Το «Εργοστάσιο» του Τάσου Μελετόπουλου είχε δείξει τον δρόμο του μεγάλου, αεράτου, μετα-βιομηχανικού χώρου, στις γωνίες και στις τουαλέτες του οποίου μπορούσες να τσιμπήσεις άνετα γκομενάκι χωρίς να σε πάρει πρέφα το Αίσθημα με το οποίο είχες έρθει (αλλά δεν ήταν απαραίτητο να φύγεις μαζί του). Το «Εργοστάσιο» κατέβηκε προς παραλία ένα καλοκαίρι κι έγινε «Αεροδρόμιο», με την ίδια λογική – μαύρο, αχανές, υπερ-μοντέρνο, με σκαμπό από κομμάτια αεροπλάνων, αν θυμάμαι καλά, τεράστια μυστηριώδη μπάρα και απίστευτη μουσική.

Η «Αυτοκίνηση» στα Σίδερα Χαλανδρίου ήτανε πιο Βόρειο-Προάστειο αλλά εξίσου Βερολίνο + Νέα Υόρκη. Το αγαπημένο μου «Graffiti» του φίλου μου Γιώργου Σταυριανούστην Ομόνοια, ενώ ξεκίνησε ως γκέι μπαρ, έγινε σύντομα τα πάντα όλα, στέκι και χορευτάδικο, ενώ έπαιζαν μπάλα το επιβλητικό «Tessera», με τους ωραίους πορτιέρηδες, το «Highway» στην Πλατεία Μαβίλη, το οποίο αργότερα έγινε «Fuzz», το τεράαααααστιο «Amfitheatro» του Βασίλη Τσιλιχρήστου, το «Factory» του Γρηγόρη Βαλλιανάτου, τα «Dom», «Playroom», «Camel», «Umatic», «Wild Rose», τα πιο μπαρ-οειδή: το «No Name», το «Memphis» πίσω από το αστεράτο τότε Χίλτον, το «Buzios» στην Κολοκοτρώνη, το «Follie» πίσω από την Αλεξάνδρας, το χορευτικό «+Soda»…

Εδώ που τα λέμε, όλα ήταν χορευτικά, πήγαινες για να ακούσεις μουσική, να χορέψεις, μπορεί και να ερωτευτείς – αν δεν έφευγες παπί στον ιδρώτα το ξημέρωμα, η βραδιά παραγραφόταν ως αποτυχία. Για πιο φιλικά προς γκέι και γενικά προς νούμερα, πηγαίναμε στο αγαπημένο «Alecos’ island», στο «Alexander», στο «Lizzard» εμείς τα κορίτσια, εκτός που τρέχαμε σε dragshows στο «Strass», στις «Κούκλες», στο «Λάμδα», ή για ποτά/μεζέ στο «Bee», όπου δημιουργούσε καλλιτεχνικο-διακοσμητικά και κουζινικά η Ελένη Ψυχούλη, κι επιπλέον χορό στο «Sodade», προς το τέλος της δεκαετίας. Σας λέω δεν βάζαμε κώλο κάτω. Cult ποτάδικα, οικονομικά, έπαιζαν σε κυλιόμενη βάση– ο «Batman» (αντέχει ακόμα), το «Aurevoir», το «Galaxy», το «56», και συνοικιακά σε όλες τις γειτονιές. Οι μουσικές ήτανε rage, grunge, hiphop, και τα καλοκαίρια όλη η παραλία φωτιζότανε σαν το Βόρειο Σέλλας με μαγαζιά το ένα μετά το άλλο να στολίζουν από Φάληρο μέχρι Βούλα και Βουλιαγμένη, ή το ανάποδο.

Πηγαίναμε θέατρο και σινεμά πάρα πολύ, επειδή έτσι ξεκινούσε η βραδιά, με μια παράσταση ή μια ταινία και έξοδο μετά. Παράλληλα, ή σε ένα παράλληλο σύμπαν, τα ξενυχτάδικα/ελληνικάδικα έσκιζαν, μικρά και μεγάλα, όχι μόνον στην παραλιακή – ο «Διογένης», το «Ποσειδώνειο», οι «Χάντρες» κι ένας σκασμός μαγαζιά που χάθηκαν στη σκόνη της Ιστορίας, δυστυχώς. Άφησαν βέβαια τους καλλιτέχνες, γιατί εκεί ανδρώθηκαν όλοι: Σάκης Ρουβάς, Νότης Σφακιανάκης, Δέσποινα Βανδή, Λάμπης Λιβιεράτος, Γιώργος Μαζωνάκης, Άντζελα Δημητρίου, Άντζυ Σαμίου, Αντώνης Ρέμος, Βασίλης Καρράς, Πλούταρχος και άλλοι. Ο Καρράς, σύμφωνα με τον μύθο, ήταν ο πρώτος που ζήτησε να έχουν τα μαγαζιά ένα ρεπό την εβδομάδα, δεν άντεχε να δουλεύει ΚΑΘΕ νύχτα ως τα άγρια χαράματα.

Όταν βαριόμασταν τα μαγαζιά, τρέχαμε σε rave parties στα Οινόφυτα – είναι θαύμα που ζούμε ακόμα. Πέρασα τις προάλλες έξω από τα Οινόφυτα (πηγαίνοντας προς Λάρισα) και σοκαρίστηκαμε το πόσο μακριά είναι από την Αθήνα. Θα σοκαριζόμουν ακόμα περισσότερο, αν μπορούσα να θυμηθώ πόσο ντίρλα ήμασταν ή πώς επιστρέφαμε – τρικάβαλο σε μηχανές, εφτά άτομα σε Οτομπιάνκι, με ωτοστόπ, μια φορά και με τα πόδια, οι μαλάκες. Δηλαδή μπορούσε να μας βιάσει και να μας σφάξει άνετα ο πρώτος ανώμαλος, αλλά ή δεν μας πέτυχε ή δεν ήτανε πολλοί τότε ακόμα οι ανώμαλοι. Ή δεν πηγαίνανε προς Οινόφυτα, ποιος ξέρει.

Η φράση που χαρακτηρίζει τη δεκαετία ανήκει στον Βλάσση Μπονάτσο. Αν και σιχαίνομαι τη λέξη «εμβληματικός» –ο Βλάσσης θα κατουριότανε στο γέλιο αν την άκουγε–, η φράση του είναι εμβληματική και αθάνατη: «Δεν μου λες, ρε κορίτσι, μπορώ να σε πηδήξω πέντε λεφτάκια;». Την πέταγε ολούρμο, με την επεξήγηση: «Όλο και κάποια μπορεί να μου κάτσει!», με γάργαρο γέλιο και ακόμα περισσότερες επεξηγήσεις («Πέντε λεφτάκια, να εδώ πέρα, ούτε που θα καταλάβεις τίποτα!»)… Και πόσο σεξουαλική παρενόχληση θα θεωρείτο σήμερα ένα τέτοιο καλαμπούρι. Σκέφτομαι μήπως τον δίνω τον Βλάσση, έναν καθόλου σεξουαλικο-παρενοχλητικό τύπο, όπως και την παρέα μας, που φωνάζαμε τον Μπάμπη «Μπαμπέτ» και δεν παρεξηγιόταν καθόλου. Το «μωρή γιατί ντύθηκες λεσβία;» επίσης δεν παρεξηγιόταν, ούτε καν από τον/την Μπαμπέτ.

Μέσα στο χάβαλο, δουλεύαμε σκληρά – κάναμε ατέλειωτα μίτινγκ σε εταιρείες παραγωγής, περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα, δισκογραφικές, διαφημιστικές εταιρείες και ανερχόμενα κανάλια (πέρα απ’ την πλάκα, αν δεν ήμασταν εμείς, ένας θεός ξέρει πόσο πιο νερουλή θα ήταν η ιδιωτική τηλεόραση!). Στα μίτινγκ που δουλεύαμε σκληρά, παιζόντουσαν ταυτόχρονα έρωτες, φιλίες, γκομενικά, που είναι ίδιο με τους έρωτες αλλά στο πιο σέξι, μαζί με τα επαγγελματικά μας, γιατί κατεβάζαμε ιδέες πέντε τον παρά, ειδικά όταν μας ενέπνεε άλλο άτομο, ακόμα και ως παρέα. Η παρέα ήταν η εναλλακτική οικογένεια που γεννούσε πράματα και θάματα, από αριστουργήματα μέχρι καινοτομίες, μπορεί και τέρατα, αλλά ποτέ μετριότητες. Τα 90s ήταν εποχή λάμψης και υπερβολής, όχι μετριότητας.

Η ιδέα δεν ήτανε να γράψω για τα 90s με το σκεπτικό «αχ τι κρίιιιιμα!», ούτε η νοσταλγία, που τη σιχαίνομαι όσο και την εμβληματικότητα. Θέλω να ξεδιπλώσω το πόσο ξένοιαστα, όξω καρδιά, ζωντανά, ξεχειλισμένα από ζωή, επικοινωνιακά, γλεντζέδικα και κεφάτα ήταν τα 90s, από το 1990 ως το 2000. Πόσο τυχεροί είμαστε όσοι τα ζήσαμε στη διαπασών, που ξεσκίσαμε τη νεανική μας ηλικία χωρίς ενοχές, χωρίς «πρέπει», με την ανάταση ότι είμαστε (σχεδόν) Ευρωπαίοι, ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, ότι θα κάνουμε παπάδες, ότι θα μπορούμε να πηδάμε για πέντε λεφτάκια συνέχεια.

Ο Σταμάτης Φασουλής είχε πει κάποτε ότι είναι σημαντικό μια φορά στη ζωή του ο άνθρωπος να έχει υπάρξει ωραίος και σέξι. Είναι εξίσου σημαντικό ο άνθρωπος να έχει περάσει συγκλονιστικά – κι εμείς, οι γεννημένοι από το 1945 ως το 1975, περάσαμε συγκλονιστικά για μια ολόκληρη δεκαετία, ίσως και δεκαπενταετία, μαζί με τα απόνερα των 90s. Τα κάναμε όλα χωρίς δισταγμούς, ξοδεύοντας λεφτά που βγάζαμε με τον ιδρώτα μας, μαζί με άλλους που ξόδευαν λεφτά τα οποία είχανε κληρονομήσει, οι άτιμοι, αλλά δεν υπήρχε διάκριση, δεν μας χαλούσε που χορεύαμε δίπλα στον Τάδε μεγαλοβιομήχανο ή τον Δείνα ψιλικατζή. Δεν είχαμε σνομπισμούς ούτε ρατσισμούς, ακριβώς επειδή περνούσαμε τέλεια, ήμασταν κεφάτοι σαν τα εντελβάις στη «Μελωδία της ευτυχίας».

Πώς περάσαμε από το λαμπερό μιούζικαλ στη φάση όπου η χαρά κουκουλώνεται, όπως το γυμνό, που έχει χρησιμότητα μόνο όταν πωλείται στο Only Fans ας πούμε, ή στα εκατοντάδες σάιτ με ξεβράκωτες/τους να περνάνε χάντρες στο ταμτιριρί τους; Το ερώτημα είναι ρητορικό, εκτός που έχει μπει στο τέλος μιας μεγάλης φράσης, άρα μπορεί να έχει ξεχάσει ο αναγνώστης ποια είναι η ερώτηση.

Οπότε, το πιάνω πάλι: πώς, με ποιο κόλπο γκράντε, από μια δεκαετία μεγάλης χαράς και δημιουργικότητας, βραδινών εξόδων, πάρτι και δεν συμμαζεύεται, περάσαμε μέσα από μια μέτρια ως προς το τσιλιμπούρδισμα δεκαετία (00s) χωρίς να το καταλάβουμε, και χωθήκαμε σε δύο θεόκουλες δεκαετίες, στις οποίες άλλαξαν τόσο τα δεδομένα, που έτσι και γελάσουμε δυνατά σαν τον Βλάσση μπορεί και να κανσελωθούμε; Ζούμε μια καλή εποχή, μην το πάρει κανείς ανάποδα, ή ας το πάρει κι ανάποδα: ζούμε σε μια εποχή άμεσης ενημέρωσης, επικοινωνούμε πάρα πολύ, έχουμε την άνεση να σκίζουμε ανώνυμα ο ένας τον άλλον στα σόσιαλ, αλλά και την άνεση να είμαστε γκέι/μπάι/γουατέβερ, χωρίς φόβο ή χωρίς πολύ φόβο (καμία σχέση με τα παλιά χρόνια!), ενημερωνόμαστε συνέχεια, φωτογραφιζόμαστε ασταμάτητα, ποζάρουμε ακατάσχετα, ενώ όλα τρέχουν γύρω μας (εκτός από τα λεφτά), και παράλληλα… προσέχουμε φριχτά τι λέμε και τι γράφουμε, μη μας ξεφύγει καμιά χοντράδα και μας σουβλίσει το πλήθος.

Αναρωτιόμαστε ώρες ώρες με σύγκρυο μπας και κρύβεται όντως καμιά μαλακία στο παρελθόν μας κι έρθει να μας δαγκάσει, σαν τον Κέβιν Χαρτ που απολογήθηκε για ένα ομοφοβικό τουίτ γραμμένο πριν από 100 χρόνια, αλλά του ζητήθηκε να ξανα-απολογηθεί για να παρουσιάσει τα Όσκαρ, και το ’σφαξε, είπε «απολογήθηκα μία, χέστε με τώρα». Θέλω να πω, πίναμε, καπνίζαμε και ποιος ξέρει τι άλλα κάναμε στα 90s, παίζει να μη θυμόμαστε λεπτομέρειες, όλα είναι θολά, εκτός από τα λαμπιόνια που πλημμυρίζανε την Αθήνα σε γιορτές και πανηγύρια. Εκτός από το σεξ, που και ως απενοχοποιημένο απαιτούσε προφυλάξεις, μην κολλήσει κανείς τίποτα… Ίσως γι’ αυτό να μην είχαμε πολλά κόμπλεξ, δεν μας χάλαγε τίποτα, επειδή το σεξ, αυτός ο διάολος, αυτός ο μεγάλος οδηγός στη ζωή του ανθρώπου, μπορεί και του πίθηκα, το σεξ ήτανε χαλαρό, όπως του πρέπει, σαν μια ευχάριστη-και-λίγα-λέω διαδικασία που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Μπορεί να υπερβάλλω για το σεξ, μπορεί να μην ήταν έτσι –αλλά, αν δεν ήταν, τα 90s σαν δεκαετία ευδαιμονίας δεν σηκώνουν εξήγηση– και όχι, τα λεφτά, ας ήταν άφθονα, δεν είναι αρκετή εξήγηση. Ποτέ δεν είναι αρκετή εξήγηση τα λεφτά. Οι ανθρώπινες σχέσεις, οι έρωτες, οι αγάπες, οι φιλίες, η δημιουργικότητα και, ναι, το σεξ το ίδιο, όλα όσα δηλαδή ήταν ανεβασμένα στα 90s, αυτά φέρνουν την ευτυχία. Και εξηγούν τα πάντα.

Ή κι αν δεν τα εξηγούν όλα, είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τα Μαγικά 90s.

Μαγαζιά (αν τα θυμάσαι, να καμαρώνεις που κλoτσάς ακόμα)

♥ Εργοστάσιο
♥ Αεροδρόμιο
♥ Αυτοκίνηση
♥ Φάρμα στα Οινόφυτα
♥ Κούκος
♥ Λάμδα
♥ Κούκλες
♥ Graffiti
♥ Tessera
♥ Highway
♥ Fuzz
♥ Amphitheatro
♥ Factory
♥ Dom
♥ Playroom
♥ Camel
♥ Umatic
♥ Wild Rose
♥ No Name
♥ Memphis
♥ Buzios
♥ Follie
♥ +Soda
♥ Alecos’ Island
♥ Alexander
♥ Lizzard
♥ Strass
♥ Sodade
♥ Batman
♥ Galaxy
♥ 56
♥ Ploughman bar
♥ 17
♥ King Size
♥ Privilege
♥ Mercedes
♥ Loft
♥ Kalhua
♥ Rolls
♥ Mad
♥ Χοροστάσιο

Φαγητό

♥ Αριστερά-Δεξιά
♥ Al Convento
♥ Aubrevoir
♥ Balthazar
♥ Bajazzo
♥ Βασίλαινας
♥ Bee
♥ Boschetto
♥ Γεροφοίνικας
♥ Cosmos
♥ Hilton (brunch)
♥ GB Corner
♥ Mezzo Mezzo
♥ Ratka
♥ Σπύρος & Βασίλης
♥ Vardis

Αστέρια της πίστας

♥ Άντζελα Δημητρίου
♥ Γιώργος Μαζωνάκης
♥ Νότης Σφακιανάκης
♥ Σάκης Ρουβάς
♥ Άντζυ Σαμίου
♥ Δημήτρης Λιβιεράτος
♥ Δέσποινα Βανδή
♥ Άννα Βίσση
♥ Βασίλης Καρράς
♥ Πλούταρχος
♥ Αντώνης Ρέμος
♥ Νατάσσα Θεοδωρίδου
♥ Καίτη Γαρμπή
♥ Διονύσης Σχοινάς
♥ Λευτέρης Πανταζής