To εσωτερικό στο σαλόνι του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα
To σαλόνι του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα
Lifestyle

Στο σαλόνι του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα

Η ιστορικός τέχνης Κατερίνα Κοσκινά μας ξεναγεί στο ιστορικό σαλόνι της οδού Κριεζώτου 3, όπου βρίσκεται το ομώνυμο μουσείο.
114914-643675.jpg
Κατερίνα Κοσκινά
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Το σαλόνι του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα στην οδό Κριεζώτου 3 

Το μουσείο της οδού Κριεζώτου 3 είναι ο χώρος όπου ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος του μοντερνισμού στην Ελλάδα, έζησε και δημιούργησε. Χτισμένο το 1932-1934, από τον αρχιτέκτονα-καθηγητή του Ε.Μ.Π. Κώστα Κιτσίκη, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου.

Ολόκληρο το οίκημα ανήκε στην οικογένεια του καλλιτέχνη και ο ίδιος έμεινε εδώ περισσότερα από 40 χρόνια της ζωής του. Από εδώ σχεδίαζε όλες τις εκθέσεις του και τα ταξίδια που σημάδεψαν την τέχνη του, ζωγράφιζε τα αριστουργήματά του, εδώ δεχόταν τους φίλους του και όλες τις σημαντικές καλλιτεχνικές προσωπικότητες της εποχής του. Ο Άγγελος και η Λητώ Κατακουζηνού (επιστήθιοι φίλοι του), ο Patrick Lee Fermor, ο ζωγράφος John Craxton, ο Παναγιώτης Τέτσης, ο Διονύσης Φωτόπουλος, η Ιωάννα Τσάτσου, είναι μερικοί μόνο.  Ολόκληρη η κατοικία του τετάρτου και του πέμπτου ορόφου, όπου βρίσκεται το εργαστήριο, σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, και οι εργασίες για την ανάπλασή της κράτησαν από τον Σεπτέμβριο του 1955 ως τον Ιανουάριο του 1957. Από τους τοίχους μέχρι τα πατώματα, όλα γίνονται πια με βάση τα δικά του σχέδια.

«Προσπάθησα να ενώσω την Ανατολή με τη Δύση»

Το σαλόνι του τετάρτου ορόφου είναι μαζί με το εργαστήριο που βρίσκεται ένα όροφο πιο πάνω, ο πιο σημαντικός χώρος της οικίας Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Η πρωτοποριακή αρχιτεκτονική του καθιστικού προβάλλεται από την έντονη χρήση του τσιμέντου στις κολόνες, στα περιθυρώματα, στο ταβάνι αλλά και στη χαρακτηριστική χτιστή βιβλιοθήκη. Το σαλόνι πάντα σφύζει από ζωή. Ποιητές, ζωγράφοι, συγγραφείς, κάθονται στον καναπέ με τα πολύχρωμα μαξιλάρια, χαζεύουν τους πίνακες στον τοίχο και τα ακριβά έπιπλα, περιεργάζονται σπάνιες εκδόσεις του 16ου, 17ου, 18ου αιώνα στη μοντέρνα εντοιχισμένη βιβλιοθήκη από τσιμέντο.

«Προσπάθησα να ενώσω την Ανατολή με τη Δύση. Το αρχαίο και το νέο. Το μοντέρνο και το κλασικό. Δούλεψα τις αντιθέσεις. Το εάν και κατά πόσον πέτυχα, αυτό θα κριθεί από τους άλλους», θα έλεγε ο ίδιος. Στο βάθος, το γραφείο του ναύαρχου Αλέξανδρου Χατζηκυριάκου, του πατέρα του. Αρχικά, αυτός ο μικρός χώρος ήταν τραπεζαρία, αλλά γρήγορα μετατράπηκε σε γραφείο που ο καλλιτέχνης σπάνια χρησιμοποιούσε. Γεμάτο από οικογενειακά κειμήλια, το πορτραίτο της μητέρας του, έγγραφα, αντικείμενα και παλιά εγγλέζικα έπιπλα, όλα τους αντίβαρο στη μοντερνιστική αισθητική του υπόλοιπου σπιτιού.

Για την προτίμηση του στους κλειστούς χώρους αναφέρει ο ίδιος: «Γυρίζοντας το μάτι μου εδώ και εκεί κάτι θα ανακαλύψω. Κάποιο σύμπλεγμα από όγκους ή γραμμές σε μια γωνιά, απάνω στο τραπέζι, τον τοίχο ή τη βιβλιοθήκη ώστε να μην υπάρξει ανάγκη να μετακινηθώ πέραν του δεόντος, εξού οι τόσες νεκρές φύσεις τα τόσα “εργαστήρια”, “ατελιέ”, “στούντιο” και “εσωτερικά” που βρίσκονται στο έργο μου».

Το 1989 ολόκληρο το κτίριο κληροδοτήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη από τον καλλιτέχνη, μαζί με το περιεχόμενο του εργαστηρίου και της κατοικίας του. Η Πινακοθήκη Γκίκα εγκαινιάστηκε το 1991 και λειτούργησε ως παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη μέχρι το 2000. Το 2004 ξεκίνησε το έργο ανάπλασης του κτιρίου από τον αρχιτέκτονα Παύλο Καλλιγά, ενταγμένο στο Περιφερειακό Πρόγραμμα Αττικής του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Το πενταώροφο κτίριο διαμορφώθηκε έτσι ώστε να αποτελέσει το νέο παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη αφιερωμένο στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του Μεσοπολέμου.

Σήμερα, καθώς μπαίνεις στο σαλόνι, περνάς στην τραπεζαρία και ανεβαίνεις στο ατελιέ, νιώθεις πως είσαι καλεσμένος του μεγάλου ζωγράφου/ αρχιτέκτονα/ γλύπτη. Τα προσωπικά του αντικείμενα, οι πίνακες και οι σημειώσεις του, οι συλλογές του, τα πινέλα του, είναι όλα εδώ. Σαν εκείνος να μην έφυγε ποτέ. Και κατά κάποιο τρόπο, σκέφτομαι καθώς βλέπω την αγαπημένη πράσινη πολυθρόνα του, είναι ακόμη εδώ.

1.Η ταπισερί είναι εμπνευσμένη από την ελαιογραφία του Γκίκα «Φεγγάρι και αντανακλάσεις» του 1967, σε κατασκευή Γ. Φαϊτάκη.

2.Ο Γκίκας ασχολήθηκε προσωπικά με την αρχιτεκτονική διαμόρφωση του χώρου, χρησιμοποιώντας, επηρεασμένος από τον Le Corbusier, παραδοσιακά υλικά όπως το μπετόν, την πέτρα και το εμφανές τούβλο. Ιδιαίτερα έντονη είναι η χρήση του τσιμέντου στις κολόνες και τα δοκάρια της οροφής.

3.Νύχτα το λιμάνι της Ύδρας, έργο του 1967, εποχή που ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε με τα νυχτερινά τοπία.

4.Το γραφείο το πατέρα του, ναυάρχου Αλέξανδρου Χατζηκυριάκου, γεμάτο με οικογενειακά κειμήλια, φωτογραφίες και οικογενειακά πορτρέτα, ζωγραφισμένα από τον καλλιτέχνη.

5.Καλκούτα, Μπενάρες, Τζαϊπουρ, Κατμαντού, σχέδια με σινική μελάνη από την Ινδία, τα οποία ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε το 1958 κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου ταξιδιού που πραγματοποίησε στην Άπω Ανατολή.

6.Κεφαλή Βούδα από μάρμαρο με ξύλινη βάση. Το έφερε ο καλλιτέχνης από τις Ινδίες το 1958.

7.Το βιομηχανικό πάτωμα είναι επιλογή του καλλιτέχνη για να δημιουργήσει αντίθεση με την άγρια υφή της οροφής.

8.Για τους τοίχους, ο καλλιτέχνης διάλεξε τσιμεντόλιθους και τσιμεντότουβλα, άλλοτε διάτρητα και άλλοτε πλήρη.

Ημέρες και ώρες επισκέψεων
ΠΕΜΠΤΗ: 12:00 – 20:00
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ΣΑΒΒΑΤΟ, ΚΥΡΙΑΚΗ: 10:00 – 18:00
ΔΕΥΤΕΡΑ, ΤΡΙΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ κλειστά 

Διεύθυνση: Κριεζώτου 3, Κολωνάκι, 2103615702

Πηγή: Home, Xειμώνας 2015

Δειτε περισσοτερα

«Η Αθήνα από την Ανατολή στη Δύση, 1821-1896» Κόσμος στον λόφο του Φιλοπάππου (1890) Φωτογραφία του  W. J. Woodhouse, καθηγητή κλασικής λογοτεχνίας.   Ευγενική παραχώρηση Sydney University
Μαρία Ηλιού: «Είναι απαραίτητο να θυμόμαστε την ιστορία μας για να μην κάνουμε τα ίδια λάθη»

Μιλήσαμε με τη γνωστή σκηνοθέτρια με αφορμή την προβολή ως ενότητα των τριών ντοκιμαντέρ της για την ιστορία της Αθήνας από το 1821 έως το 1940 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών