Μπορεί το πορνό να είναι «ηθικό»; Η Έρικα Λουστ απαντά

Η γυναικεία επιθυμία και οι αντιφάσεις της

Newsroom |

Πορνό, συναίνεση και γυναικεία απόλαυση: Η διαφορετική προσέγγιση της Έρικα Λουστ

Η Τζούλια Γιοστ ξεκινά τη συνέντευξη παραδεχόμενη ότι η Έρικα Λουστ είναι η πρώτη δημιουργός πορνογραφικών ταινιών που γνωρίζει — τουλάχιστον απ’ όσο ξέρει. Η ίδια δεν συμμερίζεται την υπεράσπιση της πορνογραφίας από τη συνομιλήτριά της, πιστεύει όμως ότι μπορούν να βρουν κοινό έδαφος. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στις δύο γυναίκες δίνει τον τόνο στη συζήτησή τους για το «Interesting Times» των New York Times.

Η Λουστ αντιμετωπίζει την πορνογραφία ως μορφή κινηματογράφου και ως πεδίο στο οποίο αποτυπώνονται αντιλήψεις για το φύλο, την εξουσία και την επιθυμία. Υποστηρίζει ότι μπορεί να δημιουργηθεί με διαφορετικούς όρους: με ουσιαστικό λόγο στους ερμηνευτές, περισσότερες γυναίκες πίσω από την κάμερα και μεγαλύτερη προσοχή στη γυναικεία απόλαυση.

Η αφετηρία της ήταν μια προσωπική αντίφαση. Μεγαλώνοντας στη Σουηδία, όπου σπούδασε πολιτικές επιστήμες, παρακολουθούσε πορνογραφία και αισθανόταν ότι η σωματική της ανταπόκριση συνυπήρχε με δυσφορία για όσα έβλεπε. Οι γυναίκες, εξηγεί, έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί κυρίως για να ευχαριστούν τους άνδρες. Η δική τους ιστορία απουσίαζε.

Καθοριστικό ρόλο στον τρόπο σκέψης της έπαιξε το βιβλίο «Hard Core» της καθηγήτριας κινηματογράφου Λίντα Ουίλιαμς. Μέσα από αυτό άρχισε να αντιλαμβάνεται την πορνογραφία ως έναν ευρύτερο λόγο για τη σεξουαλικότητα και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Τι εννοεί όταν μιλά για «ηθικό πορνό»

Για τη Λουστ, ο χαρακτηρισμός αφορά πρωτίστως τις συνθήκες εργασίας και τη διαδικασία παραγωγής. Περιγράφει συνεργεία που αποτελούνται κυρίως από γυναίκες και κουίρ επαγγελματίες, σενάρια με χαρακτήρες και αφήγηση, καθώς και αναλυτικές συζητήσεις με τους ερμηνευτές πριν από τα γυρίσματα.

Οι συζητήσεις περιλαμβάνουν τα όρια, τις προτιμήσεις και όσα αισθάνεται άνετα να κάνει κάθε συμμετέχων. Η ίδια αναφέρει ότι οι ερμηνευτές λαμβάνουν πριν από το γύρισμα μια «Διακήρυξη Δικαιωμάτων», στην οποία αποσαφηνίζονται η διαδικασία και οι ευθύνες των δύο πλευρών. Επιμένει ότι πρέπει να υπάρχει περιβάλλον όπου κάποιος μπορεί να εκφράσει δυσφορία χωρίς να φοβάται συνέπειες.

Η Γιοστ στέκεται στην επικοινωνία που συνεχίζεται μετά τα γυρίσματα: από τι ακριβώς χρειάζεται να προστατευθούν οι συμμετέχοντες; Η Λουστ απαντά ότι θέλει να γνωρίζει εάν προέκυψαν δεύτερες σκέψεις όταν υποχώρησε η ένταση της ημέρας. Αναφέρει, για παράδειγμα, περιπτώσεις στις οποίες ερμηνευτές ζήτησαν να μη συμπεριληφθεί μια συγκεκριμένη στιγμή στην ταινία.

Κατά την ίδια, η ευθύνη επεκτείνεται στη διανομή, στην προώθηση και στην κατανάλωση. Υποστηρίζει ότι οι δίκαιες αμοιβές και οι προσεγμένες παραγωγές απαιτούν χρηματοδότηση, την οποία η δική της ανεξάρτητη εταιρεία εξασφαλίζει από συνδρομητές. Γι’ αυτό προτρέπει το κοινό να εξετάζει ποιος βρίσκεται πίσω από το περιεχόμενο που παρακολουθεί και ποιες πρακτικές στηρίζει.

Η γυναικεία επιθυμία και οι αντιφάσεις της

Όταν η Γιοστ τη ρωτά εάν χαρακτηρίζει το έργο της φεμινιστικό, η Λουστ επιλέγει μια συγκεκριμένη διατύπωση: είναι φεμινίστρια και κάνει πορνό. Στη δουλειά της συνδέει τον φεμινισμό με δύο ζητήματα: ποιος συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων πίσω από την κάμερα και πώς παρουσιάζονται τα φύλα και οι σχέσεις εξουσίας στην οθόνη.

Θεωρεί επίσης σημαντικό να φαίνεται μέσα στην ίδια την ταινία η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Όπως λέει, οι διαπραγματεύσεις για τα όρια αποτελούν πλέον συνήθη πρακτική στη βιομηχανία ενηλίκων, αλλά συχνά παραμένουν εκτός πλάνου.

Η Γιοστ αντιπαραθέτει την κριτική της φεμινίστριας Άντρεα Ντουόρκιν, η οποία αντιμετώπιζε την πορνογραφία ως σύστημα εκμετάλλευσης και υποταγής των γυναικών. Η Λουστ αναγνωρίζει τη διαφωνία μέσα στον φεμινισμό, υπερασπίζεται όμως το δικαίωμα των γυναικών να εξερευνούν τη σεξουαλικότητα και τις φαντασιώσεις τους.

Παράλληλα, παραδέχεται ότι οι επιθυμίες δεν διαμορφώνονται έξω από την κοινωνία. Και οι δικές της φαντασιώσεις, λέει, έχουν επηρεαστεί από τον κόσμο στον οποίο μεγάλωσε. Το ίδιο ισχύει για άνδρες και γυναίκες, γεγονός που καθιστά αναγκαία, κατά την άποψή της, την κριτική εξέτασή τους.

Η έντονη κριτική της στρέφεται στις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες. Περιγράφει μια βιομηχανία στην οποία η τεχνολογία, οι αλγόριθμοι και η επιδίωξη των κλικ έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο. Κατά την ίδια, μεγάλο μέρος του κυρίαρχου περιεχομένου παραμένει προσανατολισμένο στην ανδρική σεξουαλικότητα, περιορίζοντας τις γυναίκες σε αντικείμενα της επιθυμίας κάποιου άλλου.

Η συζήτηση δεν εξαλείφει τις διαφωνίες των δύο συνομιλητριών. Αναδεικνύει, όμως, τα ερωτήματα γύρω από τον όρο «ηθική πορνογραφία»: τις εργασιακές συνθήκες, την αναπαράσταση, τη συναίνεση και το κατά πόσο η απεικόνιση της επιθυμίας μπορεί να αμφισβητεί τα στερεότυπα που την έχουν διαμορφώσει.

Πηγή: The New York Times,