Η καθημερινή πολυτέλεια του «φροντίζω τον εαυτό μου»

Aπό τα νύχια και τα ρούχα έως τη δημιουργική νταβανοσκόπηση

Μάλλον δεν είναι εύκολο να μιμηθείς την Τζούλια Ρόμπερτς στο «Eat, Pray, Love». Ωστόσο, με τους μηχανισμούς της αυτοφροντίδας να έχουν ενεργοποιηθεί εδώ και καιρό, το eat, το pray και το love προσαρμόζονται στα μέτρα του καθενός και έρχονται πιο κοντά. Νοερώς μπορείς να είσαι με την Τζούλια.

Περισσότερο παρά ποτέ έχει διαμορφωθεί, έχει στερεοποιηθεί, η κουλτούρα του κάνω κάτι για τον εαυτό μου. Η απώλεια του ελέγχου που επέφεραν απρόβλεπτες και εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις είχαν και έχουν συνέπειες. 

Με το ξέσπασμα της πανδημίας και την πρώτη καραντίνα, η γυμναστική στο ύπαιθρο, βαδίζω και τρέχω στους δρόμους με ή χωρίς τον σκύλο μου, έγινε καθημερινότητα. Περπατώ άρα υπάρχω, ξαλαφρώνω, θέλω να είμαι υγιής. Πετάω ψυχολογικά βάρη και δεν ξεχνάω να ανασαίνω.

Το «κάνω κάτι για μένα» έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Από ένα εβδομαδιαίο μανικιούρ, το commuting με το ηλεκτρικό πατίνι, ένα μασάζ, γυμναστική με personal trainer, ένα οποιοδήποτε τελετουργικό, απλό και επαναλαμβανόμενο, έγινε αναγκαίο. Ακόμα και μία φορά τον μήνα έχεις στο πρόγραμμα κάτι για τον εαυτό σου. Επιβάλλεται, αλλιώς μαζεύεις και μαζεύεις, βάρος ασήκωτο. Και να τα μυοσκελετικά και τα λοιπά.

Άλλος ή άλλη αγοράζει βιβλία ή λουλούδια ή επιτρέπει στον εαυτό του ένα μοσχοβολιστό τσουρέκι, ας είναι και ζέας. Ένα φίνο γλυκάκι. 

Αυτά τα μικρά δωράκια στον εαυτό μας δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται με κάποια αγορά, δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται με την κατανάλωση. Κάνω κάτι για τον εαυτό μου δεν σημαίνει αγοράζω απαραίτητα κάτι. Στην πραγματικότητα, βέβαια, στις περισσότερες γωνιές του πλανήτη έγιναν αγορές πολυτελείας στο όνομα του «φροντίζω τον εαυτό μου», κάνω κάτι σπέσιαλ για μένα.

Παρά το γεγονός ότι η βιομηχανία της αυτοφροντίδας είναι μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων ευρώ πραγματοποιήθηκε και μια μεγάλη στροφή σε πιο απλούς τρόπους προκειμένου κάθε μέρα να είναι πιο φωτεινή. Βάδισμα και μετά μια βόλτα στη θάλασσα, όπου η θέα της σε γαληνεύει. Η μια απλή, χαλαρή  και συγχρόνως δημιουργική νταβανοσκόπηση.

Η κουλτούρα της ευεξίας, αυτό το wellness, αποτελεί κοινωνικο-οικονομική συνιστώσα. Ουσιαστικά, τα τελευταία δύο χρόνια, όπου οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές σε όλους τους τομείς, ο καθένας και η καθεμία εφηύραν τρόπους να κάνουν τη ζωής τους πιο ευχάριστη, ανεκτή, ελαφριά με τρόπο που να επιστρέφει θετικά vibes στον εαυτό τους. 
Το καλύτερο και πιο πολυτελές treat; H dolce far niente.

 

Top Reads