​Η Μανίνα Ζουμπουλάκη θυμάται την εποχή προ τουίτερ και κινητού, τότε που ήμασταν πολύ χαλαροί άνθρωποι.
© Mark Stosberg/ Unsplash

​Τότε που ζούσαμε εμείς και κουνιόμασταν χωρίς να αφήνουμε ίχνη

Πριν το τουίτερ υπήρχε ζωή στον πλανήτη, και εμείς (που ζήσαμε προ Εξέλιξης) είμαστε μάρτυρες. Προ κινητού ακόμα... είμασταν πολύ χαλαροί άνθρωποι.
  • A-
  • A+
​Η Μανίνα Ζουμπουλάκη θυμάται την εποχή προ τουίτερ και κινητού, τότε που ήμασταν πολύ χαλαροί άνθρωποι.

Σε παλιότερη ερώτηση των παιδιών μου «πώς ήταν τότε που ζούσατε εσείς και δεν υπήρχαν κινητά;» μπήκα στη διαδικασία «νοσταλγία» - επίκαιρη, (βλέπε πχ σήριαλ «Τα καλύτερά μας χρόνια» της ΕΡΤ και εκατό ξένων σειρών επίσης) ίσως λόγω του κενού που έσκαψε ο κορωνοïός στην κοινωνική μας ζωή.
Θυμάστε πώς ήταν χωρίς σόσιαλ μίντια; Μας έψαχνε ο διευθυντής/ο γκόμενος και δε μας έβρισκε μέχρι να μπούμε σπίτι, με αποτέλεσμα να μην μπαίνουμε εύκολα σπίτι. Χρησιμοποιούσαμε δικαιολογίες όπως «ήμουν αλλού», «είχε κίνηση», «άργησε το μίτινγκ» και «χάλασε το αμάξι/τρόλεϊ/ταξί, δε θα το πιστέψεις». Είχαμε την άνεση να εξαφανιστούμε, είτε σε σπίτι φίλου/ης, είτε σε σπίτι γκόμενου/ας, είτε σε εξοχικό μέρος αγνώστων στοιχείων (=δεν ξέραμε που είμασταν, προ Γκουγκλ / Νάβιγκεητορ). Στη διάρκεια της εξαφάνισής μας κανένας δεν έβραζε με ένα κινητό στο χέρι, γιατί κανένας δεν είχε κινητό.
Η ερώτηση «που είσαι τώρα;» δεν έβγαινε ποτέ από στόμα ανθρώπου προς τηλέφωνο: είμαι εκεί που πήρες (σταθερό) τηλέφωνο. Είχαμε τηλεφωνητές, με μαγνητοφωνημένα μηνύματα που προδίδαν κατά πόσον ήμασταν (α) ψώνια, (β) τεχνοκράτες, (γ) κομπλεξικοί, (δ) διάσημοι, (ε) εξυπνάκηδες ή (στ) νούμερα. Όταν ξυπνούσαμε και όταν μπαίναμε στο σπίτι βλέπαμε με μάτι θολό το φωτάκι του τηλεφωνητή να αναβοσβήνει, και ακούγαμε τα μηνύματα με την ελπίδα ότι μας ψάχνουν από το Χόλιγουντ ή άλλο σπουδαίο μέρος, ακόμα και από Καρδίτσα, άμα είχαμε εκεί συμφέροντα. Σχεδόν πάντα, μας έψαχνε η μαμά, η φίλη μας που είχε χωρίσει, ο γκόμενος που είχε βγάλει καντήλες ή κάποιος που μας πέρναγε για καθαριστήριο. Σχεδόν πάντα, μπορούσαμε να πούμε ότι «κατά λάθος σβήσαμε τα μηνύματα» ή ότι «το παλιο-μηχάνημα δεν έγραψε τίποτα, πρέπει να το αλλάξω.»

© Damla Ozkan/ Unsplash

Όλα αυτά, ενώ ακούγαμε ωραία LPs γεμάτα γρατζουνιές και συντάσσαμε τις δουλίτσες μας σε παραδοσιακές γραφομηχανές. Όταν τελειώναμε με τη δουλίτσα, παίρναμε τα ποδαράκια μας και πηγαίναμε να την παραδώσουμε σε ένα γραφείο. Συχνά δουλεύαμε σε γραφείο, με κάποιον από πάνω μας να περιμένει τη δουλίτσα κατεβάζοντας άλλες καντήλες.

Τα κείμενα στα περιοδικά κοβόντουσαν και ραβόντουσαν με το χέρι (όταν περίσσευε η παράγραφος, απλώς άρπαζαν το ψαλίδι και την τσεκουρεύαν). Τα γραφεία δεν είχαν αιρκοντίσιον, με αποτέλεσμα να βράζουμε το καλοκαίρι και να γινόμαστε κασάτοι το χειμώνα, μετά τις 6.00 μ.μ., που έκλειναν τα καλοριφέρ – μια τρομερή εφεύρεση, μην την ψάχνετε. Υπήρχε το σύστημα «ανοιχτό παράθυρο» επειδή όλοι κάπνιζαν σαν φουγάρα, κι είχες επαφή με τον έξω κόσμο. Επειδή κάθε τόσο έβγαινες για να πάρεις τσιγάρα, διατηρούσες την επαφή σου με τον καστανά, τον καφετζή, τον περιπτερά της γειτονιάς – κι επειδή κανένας δεν μπορούσε να σε βρει όσο πήγαινες για τσιγάρα, διατηρούσες πολλαπλές επαφές με διάφορα άτομα. 
Στο δρόμο, όταν βάδιζες από Σύνταγμα μέχρι Ομόνοια, πχ., σκεφτόσουν χρήσιμα πράγματα όπως ποια καλή δικαιολογία να σερβίρεις στον οποιονδήποτε. Παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου και ψώνιζες ευκαιρίες στην Αιόλου (δεν ήταν από εκεί ο δρόμος σου αλλά τόσο σκληρά που δούλευες, είχες το δικαίωμα να κάνεις μια βόλτα, διάολε…). Σκεφτόσουν επίσης μέσα στα ταξί, στα λεωφορεία και στα τρόλεϊ, παρατηρώντας τους ανθρώπους και συνάπτοντας ανθρώπινες σχέσεις όπου ήταν απαραίτητο. Είχες μία χαλαρότητα: σε περιμένανε κάπου, και όταν έφτανες, έφτανες. Τις καλές δικαιολογίες τις είχες στο τσεπάκι σου, με τόση αυτοσυγκέντρωση στη διαδρομή…
Τα βράδια έδινες ραντεβού με φίλους έξω από χορευτικά μαγαζιά ή έξω από μπαρ, και αν αργούσαν οι φίλοι, έμπαινες μέσα μόνος/η σου. Είχες μια αθωότητα ή και δύο, γιατί και αν ακόμα συνέβαινε στο μεταξύ κάτι ντεμι-τραγικό, αν χώριζαν οι γονείς σου ή έχανε την τσάντα του κάποιος συνάδελφος, δεν υπήρχε τρόπος να το πληροφορηθείς πριν ξημερώσει. Δεν υπήρχε τρόπος να πληροφορηθείς ότι η Αμερική εισέβαλλε σε ξένη χώρα, ότι έρχεται θύελλα ή ότι κάνουν απεργία τα ταξί πριν φτάσεις σε κλειστό χώρο κι ανοίξεις ραδιόφωνο ή τηλεόραση. Δεν υπήρχε τρόπος να μάθεις ότι ο άνθρωπός σου στα φοράει, επίσης, πριν φτάσεις σπίτι σου και ακούσεις το μήνυμά του στον τηλεφωνητή, ότι «χάλασε το αμάξι». 

© Tobias Tullius Unsplash

Η τσάντα, με ατζέντα μέσα, ήταν ένα άλλο στοιχείο της ζωής μας: τη χάναμε συνέχεια, είτε μόνη της είτε μαζί με την ατζέντα, στην οποία είχαμε γραμμένα ΟΛΑ τα τηλέφωνα, ακόμα και του Σταμάτη Φασουλή. Όταν τα φωτοτυπικά άρχισαν να αφθονούν στα γραφεία (μέσα δεκαετίας ’80), όλοι βγάζαμε φωτοτυπίες την ατζέντα μας για την περίπτωση που τη χάσουμε. Μετά χάναμε και τη φωτοτυπία.
Γενικά, κουνιόμασταν χωρίς να αφήνουμε ίχνη πίσω μας. Ήμασταν οι αόρατοι άνθρωποι, που δε στέλναμε γραπτά μηνύματα «I καρδούλαU2», ούτε αφήναμε προφορικά μηνύματα για να καρφωνόμαστε, ούτε δίναμε αναφορά στον πάσα ένα που είμαστε και τι κάνουμε. Η φαντασία μας ήτανε λάστιχο από την εξάσκηση στη δικαιολογία, και μέχρι να αποδειχθεί μια οποιαδήποτε κουτσουκέλα εις βάρος μας, εμείς είχαμε αφηγηθεί ή και ζήσει την «Άννα Καρένινα», με χάπι εντ. 

© Felipe Belluco/ Unsplash

Ολ΄ αυτά, στις μακρινές δεκαετίες '70 και ’80…
Δεν παθαίναμε ποτέ πνευμονία τα καλοκαίρια από το αιρκοντίσιον, ούτε ωτίτιδες από τα κινητά – αλλά αυτά είναι μόνον η επιφάνεια. Η ουσία είναι ότι… ήμασταν ελεύθεροι. Και όχι μόνον επειδή ήμασταν τσικό: διαθέταμε αυτό το οποίο μας υποσχέθηκε η Εξέλιξη, αλλά τελικά όχι απλώς δεν το παρέδωσε, μας έφαγε και εκείνο που είχαμε, δηλαδή, χρόνο. Χρόνο να σκεφτούμε, να τσιλημπουρδίσουμε, να πιούμε καφέδες, να εξαφανιστούμε, να επικοινωνήσουμε, να κατεβάσουμε ιδέες, και χρόνο να τον σφάξουμε αραχτοί σε καναπέδες με δήθεν χαλασμένα τηλέφωνα και διαλυμένους τηλεφωνητές δίπλα μας.
Κάπου προς τα μισά της δεκαετίας του ’90 έφτασε στην Ελλάδα το «σύνδρομο “Wall street”», με το ευλογημένο σύστημα που έχει η χώρα μας να υποδέχεται τα trends με δέκα χρόνια καθυστέρηση. Σκοτωνόμασταν στη δουλειά και οργανώναμε την εργασιακή μας «ταυτότητα» με μανία, κάναμε καριέρα, ενώ ως τότε κάναμε χαβαλέ. 
Παρόλα αυτά: δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, η εξέλιξη έχει τα καλά της, τι θα κάναμε χωρίς Ιντερνετ, χωρίς κινητό, χωρίς απ, τουίτερ, ίνσταγκραμ, φέισμπουκ, γιούτιούμπ, γκουγκλ, τικ-τοκ, κλ.π., άπαπα, ούτε να το σκεφτούμε…
Αλλά μερικές φορές ξεχνάω το κινητό αφόρτιστο, κάνω χαλαρές βόλτες μέσα ή έξω από το κεφάλι μου… και λέω, ευτυχώς που ζούμε ακόμα…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Πόσες φιλίες μπορούμε να αντέξουμε στη ζωή
Back to top