Πώς να ζητήσεις (ή πώς να μη ζητήσεις) συγγνώμη

Είπες βαριές κουβέντες σε έναν καυγά; Πώς να τις πάρεις πίσω και να το εννοείς!

Καυγάδες και συγγνώμη: Πώς να ζητήσεις αληθινή συγγνώμη μετά από έναν καυγά που έχεις πει βαριές κουβέντες.

Κάποιοι ψυχοθεραπευτές θεωρούν τους καυγάδες ανάμεσα σε ένα ζευγάρι σχεδόν «απαραίτητους», με την έννοια ότι με τη συζήτηση, ακόμα και την έντονη, λύνονται τα προβλήματα. Κάποιες φορές το γεγονός ότι ένα ζευγάρι δεν μαλώνει μπορεί να σημαίνει φίμωση ή καταπίεση από την πλευρά του ενός συντρόφου.

Ωστόσο, οι ειδικοί συμφωνούν επίσης ότι το να μαλώνεις πολύ συχνά δεν είναι το ιδανικό, καθώς δημιουργείται συναισθηματικό χάος. Υπάρχει ένα όριο στη συχνότητα των μαλωμάτων, όπως επίσης και ένα όριο στο τι μπορεί ή δεν πρέπει να ειπωθεί σε έναν καυγά. Υπάρχουν ασυγχώρητοι χαρακτηρισμοί ή επώδυνες συναισθηματικές χειροβομβίδες που είναι απαγορευτικό να εξαπολύονται ανάμεσα σε συντρόφους που επιθυμούν να παραμείνουν σύντροφοι. «Μου έχεις φάει τα καλύτερά μου χρόνια», «Μακάρι να μη σε είχα γνωρίσει ποτέ» είναι μερικές από τις φράσεις που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Το ότι οι βαριές κουβέντες «ξεφεύγουν» παρορμητικά κατά τη διάρκεια μιας έκρηξης θυμού δε σημαίνει ότι είναι οκέι. Και το να τις πάρεις πίσω δεν είναι εύκολο. 

Πάντως στις συμβουλές των ειδικών υπάρχει κάτι παρηγορητικό. Ακόμα κι όταν ξεπερνούμε τα όρια, λένε πως δεν υπάρχει κάτι ανεπανόρθωτο στα λόγια. Οι σχέσεις είναι ένας κύκλος αρμονίας, δυσαρμονίας και επανόρθωσης, οπότε το ουσιώδες ζήτημα είναι η επισκευή των ραγισμένων ή σπασμένων συναισθηματικών «υαλικών».

Αν τις βαριές κουβέντες τις είπαμε εμείς, το πρώτο στάδιο είναι να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε παρατραβήξει στο σκοινί και ότι θέλουμε να επανορθώσουμε. Το δεύτερο να βρούμε τις λέξεις και τον σωστό χρόνο για να θεραπεύσουμε την πληγή που ανοίξαμε. 

Το να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι έχουμε κάνει λάθος και ότι έχουμε αδικήσει κάποιον είναι ένα περίπλοκο ζήτημα. Η ζωή μας είναι γεμάτη από «πρότυπα» και συμπεριφορές που μας διδάσκουν να μην παραδεχόμαστε τα λάθη μας και να επινοούμε δικαιολογίες ή να επιρρίπτουμε αλλού τις ευθύνες μας. Ένα mea culpa είπε κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου και το έγραψε η ιστορία! Στην καθημερινότητά μας λέμε και ακούμε πολλά «σόρι» που βγαίνουν από στόματα, όμως τελικά νιώθουμε ότι δεν είπαμε ή ότι δεν ακούσαμε πραγματική συγγνώμη, απλώς ότι με μία απλή λεξούλα αποφύγαμε τα χειρότερα. Είναι σαν τις συγγνώμες που λένε τα παιδιά όταν τους γίνεται κάποια παρατήρηση, και στο επόμενο δευτερόλεπτο κάνουν πάλι τα δικά τους. 

Οι χειρότερες «απολογίες» είναι αυτές που μεταθέτουν την ευθύνη στον άλλον. Είναι οι φράσεις τύπου «λυπάμαι αν προσβλήθηκες» ή «λυπάμαι που νιώθεις έτσι» που ακούγονται μόλις καταλαγιάσει το πατιρντί. Υποκρίνονται τη μεταμέλεια, όμως είναι καμουφλαρισμένη πονηριά. Υπονοείται ένα «δεν φταίω εγώ γι’ αυτά που είπα, φταις εσύ που προσβάλλεσαι εύκολα». Άρα, σιγά που λυπάμαι!

Τα συστατικά μιας καλής συγγνώμης είναι η γνησιότητά της, η ενσυναίσθηση, η ταπεινότητα, η ικανότητα ανάληψης της ευθύνης, η διάθεση αληθινής επανασύνδεσης με τον άλλον και κυρίως η απόφαση για αλλαγή συμπεριφοράς στο μέλλον. Όχι στα λόγια, στις πράξεις. 

Μερικοί θεωρούν πως το να μη ζητάς συγγνώμη είναι ένδειξη ισχύος και το να ζητάς αδυναμίας. Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίστροφο. Θέλει γενναιότητα η παραδοχή του λάθους και της συντριβής. Η «συγγνώμη» είναι σαν το «ευχαριστώ»: δυο μικρές λεξούλες που μπορούν να δώσουν χαρά ή να προξενήσουν δυστυχία αν ειπωθούν με λάθος τρόπο ή αν δεν ειπωθούν καθόλου.