Πόσο πολύ καλή μαμά είσαι; (Πάρα πολύ καλή. Και μην ακούς κανέναν!)

Όλες οι μαμάδες αναρωτιόμαστε κατά καιρούς πόσο καλές μαμάδες είμαστε… γιατί όλος ο κόσμος έχει άποψη για το πόσο καλή μαμά είναι μια οποιαδήποτε μαμά.

Πριν πολλά χρόνια ένα από τα παιδιά μου πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά σε ένα λεωφορείο: γλύτωσε από θαύμα, ο οδηγός σταμάτησε μαγικά το όχημα χωρίς να αγγίξει το παιδί, το οποίο παιδί άρπαξα από το σβέρκο με τρελό πανικό και του φώναξα ΕΧΕΙΣ ΤΡΕΛΑΘΕΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ; Με όλη την υστερία που συνεπάγεται η φάση (η μέση μαμά καταλαβαίνει πολύ καλά τι εννοώ…) Το παιδί δεν είχε τρομάξει καν, η δικιά μου η ψυχή είχε πάει στην Κούλουρη, και μια περαστική κυρία έσκυψε προς το μέρος μου: «Δεν κάνετε καλά να μιλάτε τόσο άσχημα στο παιδί σας!», μου είπε, με τσουκ-τσουκ-τσουκ βαθιάς περιφρόνησης για την αγροίκα συμπεριφορά μου.

Κανονικά δεν φωνάζω, δεν μιλούσα και δεν μιλάω άσχημα στα παιδιά μου, πόσο μάλλον όταν ήταν μικρά. Αλλά το «κανονικά» είναι μια λέξη, περιγράφει μια κατάσταση που δεν ισχύει, επειδή όταν έχεις μικρά παιδιά, τίποτα δεν είναι «κανονικό»: δεν ισχύει το «αιτία και αιτιατό», πόσο μάλλον το «πράξη και αποτέλεσμα» ή ακόμα χειρότερα, «συμβουλή και αποτέλεσμα». Τα μικρά παιδιά δεν ακούνε, δεν συμμορφώνονται, δεν προσέχουν, δεν έχουν αίσθηση του κινδύνου, δεν παίρνουν προφυλάξεις, δεν καταλβαίνουν τι σημαίνει «φρικάρισα» επειδή δεν φρικάρουν ποτέ. Οι γονείς είναι αυτοί που φρικάρουν, και οι μαμάδες, όχι επειδή είμαστε υστεραικές, παρά επειδή έχουμε επωμισθεί το μεγαλύτερο κομμάτι του μεγαλώματος των παιδιών, μάλιστα, οι μαμάδες φρικάρουμε πιο συχνά από τους μπαμπάδες. Το χάνουμε, βάζουμε φωνή, παθαίνουμε σοκ, τραβάμε τα μαλλιά μας, μερικές φορές μέχρι που κλαίμε από απελπισία… και πάλι, μόνον αν έχεις υπάρξει μαμά καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάω.

Τέλος πάντων, γύρισα στην κυρία με το στραβωμένο ύφος και της είπα να πάει στο διάολο, καθόλου ευγενικά, και με όλη την ένταση της στιγμής – αλλά είχα δει το παιδί μου να γλυτώνει από βέβαιο θάνατο παρά τρίχα, ενώ στεκόμουν μισό μέτρο πιο πέρα, μου είχε φύγει από το χέρι κι είχε ορμήσει πάνω στο λεωφορείο σαν αφιονισμένο, πόσο κουλ θα μπορούσα να ήμουν; Αν έλεγα με ήρεμη φωνή στο παιδί «Ήταν πολύ επικίνδυνο αυτό που έκανες και σε παρακαλώ να μην το ξανακάνεις ποτέ» θα είχα ίσως καλύτερα αποτελέσματα από τις φωνές (μου) που ακούστηκαν μέχρι Λάρισα, αν και αμφιβάλλω. Αμφιβάλλω γιατί ο μικρός τρομοκρατήθηκε περισσότερο από την δική μου αντίδραση παρά από το λεωφορείο, και δεν ξανα-όρμησε ποτέ πάνω σε άλλο λεωφορείο. Έμαθε να κοιτάζει πριν περάσει το δρόμο, όχι επειδή η μαμά του τον μάλωσε με ευγένεια, αλλά επειδή η μαμά του (μία από τις πολλές φορές που είχε κόψει το κάπνισμα), άναψε τσιγάρο-τράκα από διερχόμενο περαστικό, κάθισε τρέμοντας στο πεζοδρόμιο κι έβαλε τα κλάματα, κρατώντας σφιχτά το παιδάκι της από το χέρι…

Όλα αυτά τα περιγραφικά τα καταθέτω επειδή κάποια άλλη μαμά έθεσε την ερώτηση, «Άραγε είμαι καλή μαμά, έχω υπάρξει καλή μαμά;» Διαβάσαμε παράλληλα ένα βιβλίο, πολύ χρήσιμο («5’ θεραπεία»*), το οποίο λέει ότι ο τρόπος που μεγαλώνει ένα παιδί κατατάσσεται σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες, και ανάλογα με τον τρόπο, δημιουργείται και ο αντίστοιχος δεσμός:

  1. Αγχώδης
  2. Αποφευκτικός
  3. Αποδιοργανωμένος
  4. Ασφαλής.

Σε μία πρόχειρη και γρήγορη επεξήγηση, όταν το παιδί έχει μεγαλώσει με Αγχώδης δεσμό, ως ενήλικας έχει ως σήμα κατατεθέν την λαχτάρα για οικειότητα (οι ανασφαλείς άνθρωποι που σου γίνονται τσιμπούρι, πχ). Ο Αποφευκτικός δεσμός είναι το κράτημα αποστάσεων, ο Αποδιοργανωμένος είναι αυτό που λέει η λέξη αλλά και χειρότερος (απαθής, ανέκφραστος, εκφοβιστικός γονιός που κάνει το παιδί σαν τα μούτρα του), και ο Ασφαλής είναι το Ιερό Δισκοπότηρο της παιδικής ηλικίας – οι άνθρωποι που μεγαλώνουν σε ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον είναισίγουροι για τον εαυτό τους και γενικά γκανιάν, θέλουμε να τους χαστουκίσουμε όλοι.

Αλλά ο στόχος μας είναι να μεγαλώνουμε έτσι ή όσο-γίνεται-πιο-έτσι τα παιδιά μας, με Ασφαλή δεσμό. Κι όταν τα διαβάζεις, ή στα λέει κάποιος ειδικός… αρχίζεις κι έχεις αμφιβολίες, κατά πόσον τα έκανες όλα σωστά ή τα μισά μονάχα. Ναι μεν προσέχαμε, αγκαλιάζαμε, αγαπούσαμε και αγαπάμε τα παιδιά μας, ναι μεν παίζαμε μαζί τους, τους διαβάζαμε και τα φροντίζαμε, υπήρχαν (όμως) φορές που βάζαμε τις φωνές. Που λείπαμε για δουλειές. Που αργούσαμε να γυρίσουμε. Που δεν προλαβαίναμε να μαγειρέψουμε, που δεν είχαμε όρεξη να διαβάσουμε για χιλιοστή φορά τον ίδιο «Μικρό Νικόλα», που δεν τα κάναμε μπάνιο, που δεν κόβαμε σαλάτα, που θέλαμε να βγούμε το βράδυ, να πάμε στο θέατρο και μετά για ποτό, να πάμε για φαγητό ή σε πάρτι ή σε συναυλία ή σε σταντ-απ ή οπουδήποτε χωρίς παιδιά.

Βέβαια, το «άραγε ήμουν καλή μαμά;»πολύ σπάνια γυρνάει στον μπαμπά – ένας στους 10.000 μπαμπάδες μπορεί να αναρωτιέται αν τα έκανε σκατά ως μπαμπάς ή όχι, κι αυτό, ή όταν είναι εξαιρετικός μπαμπάς, ή όταν είναι συναισθηματικά ή / και πρακτικά απών, οπότε έχει τις ενοχούλες του. Η χοντρή δουλειά, η μαμαδοσύνη, πάει μαζί με τις ενοχές: υπήρξαν φορές που εμείς οι μαμάδες πήγαμε τελικά στο πάρτι, δεν μαγειρέψαμε, δεν διαβάσαμε, βάλαμε τις φωνές, προτιμήσαμε να βγούμε με φίλες παρά να μείνουμε με τα παιδιά μας. Τα έχουμε κάνει και τα κάνουμε όλες αυτά, έτσι είναι η ζωή, η μαμά που είναι αφοσιωμένη μονομπλόκ στο παιδί της και δεν ξεμυτίζει από το σπίτι, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη μαμά… και η ευτυχισμένη μαμά μου φαίνεται πως είναι ό,τι πιο ασφαλές για το παιδί της. Είναι το Ασφαλές περιβάλλον, γιατί ένα κομμάτι της ευτυχίας της είναι τα παιδιά της και το άλλο κομμάτι είναι ο εαυτός της, με τις επιλογές, τις δουλειές, την δημιουργικότητα, τις φιλίες και σχέσεις της στο ίδιο καλάθι.

Επειδή μερικές φορές οι απέξω μας δημιουργούν ανασφάλειες, επειδή μερικές φορές και οι από-μέσα μπορεί να μας κάνουν σκληρή κριτική, σε εμάς τις μαμάδες, το λέω χωρίς επιφυλάξεις: κάθε μαμά που είναι παρούσα, που αγαπάει τα παιδιά της και προσπαθεί, είναι πολύ καλή μαμά. Μη μασάτε, αν είστε μαμάδες!

*«5 λεπτά θεραπεία – Σύντομες σημειώσεις για καθημερινή ευτυχία, αυτοπεποίθηση και ηρεμία», SarahCrosby, μετάφραση Χριστιάνα Σακελλαροπούλου, εκδόσεις Διόπτρα

Top Reads