Το μήνυμα «σ’ αγαπώ» λίγες ημέρες πριν
Γιατί χωρίζουν τα ζευγάρια; 4 συμπεριφορές που οδηγούν στο διαζύγιο
Περιφρόνηση, Επικριτικότητα, Αμυντικότητα, Συναισθηματική Απόσυρση
Τα σημάδια που οδηγούν στο διαζύγιο και τα μυστικά για μια υγιή, μακροχρόνια σχέση.
Στον δυτικό κόσμο και τις ΗΠΑ, υπολογίζεται ότι το 40% έως 50% των πρώτων γάμων καταλήγει σε διαζύγιο. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 60%–67% για τους δεύτερους γάμους και ξεπερνά το 70% για τους τρίτους. Στην Ελλάδα εκδίδονται περίπου 42 διαζύγια για κάθε 100 γάμους: το 66,4% των διαζυγίων αφορά γάμους που διήρκησαν 10 ή περισσότερα χρόνια.Τα ποσοστά χωρισμού στα ζευγάρια που συγκατοικούν χωρίς γάμο είναι στατιστικά υψηλότερα, φτάνοντας το 50%–60% μέσα στα πρώτα 5 χρόνια. Η Πορτογαλία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό διεθνώς, με την αναλογία στο 90%-94% (δηλαδή για κάθε 100 νέους γάμους εκδίδονται σχεδόν 90–94 διαζύγια), η Ισπανία ακολουθεί με ποσοστό 85%–86%, η Ρωσία με 70%–74%, ενώ το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η Φινλανδία κυμαίνονται σταθερά μεταξύ 60% και 70%.
Τουλάχιστον τα μισά ζευγάρια χωρίζουν σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Αλλά προτού χωρίσουν, συμβαίνουν διάφορα πράγματα: κούραση, ανία, θυμός, παραμέληση· σχέσεις που εξελίσσονται σε μακρές λίστες υποχρεώσεων· παράλληλες ζωές που δεν διασταυρώνονται ποτέ. Οι σύζυγοι επικρίνουν ο ένας τον άλλον· είτε κρατούν αμυντική στάση, είτε στάση περιφρόνησης. Οι έρευνες του Ινστιτούτου Gottman που εδρεύει στο Σιάτλ και ασχολείται με την ψυχοθεραπεία ζευγαριών κατέληξε σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα τα οποία δημοσιεύτηκαν στο Journal of Consulting and Clinical Psychology.
Κατ’ αρχάς, το 69% των συγκρούσεων μεταξύ συζύγων είναι αέναες: τα προβλήματά τους δεν εξαφανίζονται ποτέ· σχετίζονται με διαφορές στην προσωπικότητα ή στον τρόπο ζωής ή στις αξίες τους. Πολλά από αυτά τα ζευγάρια χωρίζουν στο τέλος: αφού πρώτα αποξενωθούν έχοντας αποδώσει τα προβλήματα στα ελαττώματα του άλλου συντρόφου και έχοντας αποσυρθεί από οποιαδήποτε λύση.
Η πρώτη συμπεριφορά που οδηγεί στο διαζύγιο είναι η διαρκής κριτική που δεν οδηγεί πουθενά. Αν δεν υπάρχουν διαλείμματα θετικότητας, αν όλη την ώρα οι σύζυγοι είναι θυμωμένοι ή απογοητευμένοι ή εχθρικοί ή επιθετικοί ή λυπημένοι οδεύουν ολοταχώς προς τον χωρισμό.
Μερικά αρνητικά στοιχεία είναι πιο διαβρωτικά από άλλα. Για παράδειγμα, η περιφρόνηση, μια κλιμάκωση της κριτικής που περιλαμβάνει κάποιο είδος έκφρασης ανωτερότητας έναντι του συντρόφου, θεωρείται ο Νο 1 προγνωστικός παράγοντας για τη διάλυση σχέσεων. Η περιφρόνηση μοιάζει με την κριτική, αλλά παίρνει την εξής, λόγου χάρη, μορφή: «Δεν θα σκεφτόσουν καν να καθαρίσεις την κουζίνα, έτσι δεν είναι; Όχι, βέβαια, δεν θα το σκεφτόσουν καν. Είσαι πολύ εγωιστής για κάτι τέτοιο… Σε ξέρω εγώ… Τόσα χρόνια…» Υπάρχει δηλαδή μια διαφορά: το άτομο που μιλάει συμπεριφέρεται σαν ηθικά ανώτερο από το άλλο και σαν θύμα, υποτιμώντας τον σύντροφό του και μιλώντας με ασέβεια. Ο δέκτης της περιφρόνησης όχι μόνο συρρικνώνεται και νιώθει απαίσια για τον εαυτό του, κάτι που πραγματικά καταστρέφει τη σχέση, αλλά ανταποκρίνεται εξίσου με περιφρόνηση.
Όπως λένε οι ειδικοί ψυχολόγοι John Gottman και Robert Levenson, ο κλείδωμα στον εαυτό μας, το να γινόμαστε ένα μεγάλο σιωπηλό τείχος, είναι η τρίτη καταστροφική συμπεριφορά η οποία προκαλεί θλίψη, φόβο και θυμό. Τα ζευγάρια που δεν μιλούν για όσα τα απασχολούν μπορούν φυσικά να ζήσουν σαν ξένοι για 50 χρόνια· συχνότερα όμως χωρίζουν. Τι οδηγεί στο «κλείδωμα»; Κυρίως η διάβρωση της εμπιστοσύνης. Μια έρευνα μιας κοινωνικής ψυχολόγου ονόματι Caryl Rusbult συνέβαλε στην κατανόηση της «προδοσίας» στα ζευγάρια: η Rusbult κατέληξε ότι η προδοσία είναι σταδιακή διαδικασία κατά την οποία οι άνθρωποι σταματούν να εκτιμούν ό,τι έχουν και αρχίζουν να αναζητούν ό,τι δεν έχουν επειδή λυπούνται τον εαυτό τους για ό,τι λείπει από τη σχέση. Η Caryl Rusbult διαπίστωσε ότι μετά από έναν καβγά σε σχέσεις που οδεύουν προς την προδοσία, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να τα πάνε καλύτερα και ότι υπάρχει κάποια πραγματική ή φανταστική σχέση με την οποία μπορούν πράγματι να ευτυχήσουν. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο καταστρέφουν τον σύντροφό τους. Αντί να του μιλήσουν για το πρόβλημα και να εκφράσουν τα παράπονά τους, η Rusbult ανακάλυψε ότι αναζητούν κάποιον άλλον για να μιλήσουν για τον σύντροφό τους. Και δίνουν στον εαυτό τους την άδεια να ξεπεράσει τα όρια: βρίσκουν κάποιον πολύ συμπονετικό και ενσυναισθητικό στα παράπονά τους και επενδύουν σ’ αυτόν. Λίγοι γάμοι συνέρχονται από τις εξωσυζυγικές σχέσεις: οι περισσότεροι γάμοι, είναι, είτε ομολογημένα, είτε ανομολόγητα, βασισμένοι στην προσδοκία της αφοσίωσης. Ακόμα και μετά από συμφιλιώσεις, η εμπιστοσύνη έχει χαθεί. Χρειάζεται διαρκής «προσφορά για σύνδεση», μια συμπεριφορά που σημαίνει «σε εμπιστεύομαι και θέλω να ανταποκριθείς. Πιστεύω σε εσένα ως αξιόπιστο άτομο.»
Αυτό είναι τέταρτο σημάδι: η προσφορά για σύνδεση. Η προσφορά μπορεί να εκφραστεί με μια ανάγκη. Μπορείς να πεις στο άλλο άτομο, «Είμαι πολύ εξαντλημένος. Θα σε πείραζε να πλύνεις τα πιάτα απόψε;» Ρωτώντας αυτό, εμπιστεύεσαι το άλλο άτομο ότι θα σε φροντίσει και δείχνεις ότι αντιλαμβάνεσαι τον σύντροφό σου ως στοργικό άτομο. Αλλά, όταν αρχίζουμε να αποσυρόμαστε από τη σχέση —ακόμα κι αν το πρόσχημα είναι η απαλλαγή από συγκρούσεις, η αποφυγή της «φασαρίας»— δύσκολα η κατάσταση αναστρέφεται.
Μέχρι πρότινος πιστεύαμε ότι ο έρωτας διαρκεί μια τριετία. Αλλά, στο Gottman Institute, επικρατεί η άποψη, που έχει επικυρωθεί από 30 χρόνια μελετών, ότι πολλά ζευγάρια παραμένουν ερωτευμένα σε όλη τους τη ζωή. Το θέμα είναι να βιώνει κανείς τη σύγκρουση σαν κάτι φυσιολογικό και υγιές, σαν έναν τρόπο κατανόησης του άλλου. Μια υγιής σχέση δεν είναι «τέλεια», είναι όμως ικανή να επιδιορθωθεί. Να μια από τις μεγάλες διαφορές μεταξύ μιας υγιούς σχέσης και μιας μη υγιούς. Η υγιής σχέση σημαίνει να χτίζεις εμπιστοσύνη, να προσπαθείς να μεγιστοποιήσεις το άθροισμα του δικού οφέλους και του οφέλους του συντρόφου σου και προπάντων, να επιδιορθώνεις όλες τις ζημιές. Η απώλεια εμπιστοσύνης και η αίσθηση φθίνουσας δέσμευσης μπορούν να αντιμετωπιστούν με ανάληψη ευθύνης από τον καθένα, με συγχώρεση, με «ανοικοδόμηση», με «προσφορά νέας σύνδεσης».
Oι ψυχολόγοι του Gottman επιμένουν: αν και η φράση «Πρέπει να μιλήσουμε» ακούγεται απαίσια, η απάντηση που συνιστάται είναι πάντοτε «Σε ακούω. Μίλα μου». Ο στόχος της σύγκρουσης και της συζήτησης είναι η αμοιβαία κατανόηση, όχι η πειθώ, όχι το να πείσουμε τον σύντροφό μας ότι έχουμε δίκιο και ότι εκείνος έχει άδικο, αλλά το να βρούμε έναν τρόπο να έχουμε δίκιο μαζί. Με λίγα λόγια, το κλειδί είναι «το δώρο της ακρόασης», το να ακούμε όσα έχει να πει ο άλλος, τη δική του εκδοχή —και να μπαίνουμε στη θέση του.
Τα ζευγάρια που αντέχουν στον χρόνο έχουν, γενικά, τα εξής χαρακτηριστικά: πρώτον, είναι φίλοι. Έρευνες δείχνουν το 70% των ερωτικών σχέσεων ξεκινά ως φιλία. Δεύτερον, έχουν χιούμορ· γελούν ο ένας με τα αστεία του άλλου. Τρίτον είναι στοργικοί· κάνουν μικρές στοργικές χειρονομίες καθημερινά. Τέταρτον, δεν αγνοούν τη γνώμη του άλλου ατόμου και δεν τον ταπεινώνουν δημοσίως. Πέμπτον, όπως ειπώθηκε, «ακούνε» και, βεβαίως, απαντούν· αλλά κυρίως «ακούνε» όταν το άλλο άτομο μιλάει για κάτι.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι άνθρωποι πρέπει να μένουν, σώνει και καλά, μαζί. Σε πολλές περιπτώσεις το διαζύγιο είναι η μοναδική διέξοδος. Αλλά οι παραπάνω παρατηρήσεις μπορούν να βοηθήσουν και στο να γίνει το διαζύγιo ανώδυνο. Σύμφωνα με κοινωνιολογικές και ψυχολογικές μελέτες, όπως του Institute for Family Studies και διεθνών οικογενειακών δικαστηρίων, τα εχθρικά και υψηλής έντασης διαζύγια (high-conflict divorces) αποτελούν το 10% έως 15% (σπάνια έως 20%) του συνόλου των διαζυγίων. Aυτά χαρακτηρίζονται από χρόνια οργή, νομικές διαμάχες, δυσκολία στην επικοινωνία, συναισθηματική εκδίκηση και αδυναμία συνεννόησης για τα παιδιά. Στο 25%–30% υπάρχουν εντάσεις και διαφωνίες (π.χ. για οικονομικά ή περιουσιακά), αλλά σταδιακά το ζευγάρι καταλήγει σε κάποιο συμβιβασμό. Το 60% είναι χαμηλής έντασης που προκύπτουν από σταδιακή συναισθηματική αποξένωση, απώλεια ενδιαφέροντος ή «σιωπηρή» φθορά, χωρίς έντονους καβγάδες ή δικαστικές διαμάχες.
Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής: αν και η πικρία ή συναισθηματική οδύνη δεν λείπουν, τα συναινετικά διαζύγια αντιπροσωπεύουν το 82-85%, ενώ τα πραγματικά εχθρικά διαζύγια αποτελούν το 10%–15%. Ωστόσο, τα εχθρικά καταναλώνουν περισσότερο από το 80%–90% των πόρων και του χρόνου των οικογενειακών δικαστηρίων δημιουργώντα; την εσφαλμένη εντύπωση ότι η πλειονότητα των χωρισμών είναι εξαιρετικά εχθρική, ενώ στην πραγματικότητα τα περισσότερα ζευγάρια επιλέγουν τον χαμηλής έντασης χωρισμό.
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>