Γιατί οι baby boomers παίρνουν διαζύγιο;
Όσο μεγαλώνει το προσδόκιμο ζωής, τόσο αλλάζει η εξίσωση του γάμου
Γιατί οι baby boomers παίρνουν διαζύγιο; Παραδοσιακά, τα ζευγάρια αυτά δεν χώριζαν. Τώρα η εξίσωση του «για πάντα μαζί» αλλάζει εντυπωσιακά
Πέρυσι τον χειμώνα ένας φίλος χώρισε με τη γυναίκα του μετά από 35 χρόνια γάμου. Ο γάμος τους δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε «αποτυχημένος». Ερωτεύτηκαν στα εικοσιπέντε, πέρασαν ωραία στα τριάντα, έκαναν παιδιά και καριέρα στα σαράντα. Όταν πήραν διαζύγιο, ο φίλος μου ήταν εξήντα τεσσάρων ετών και η γυναίκα του εξήντα. Το διαζύγιο ήταν συναινετικό – δεν υπήρξε τρίτος άνθρωπος ανάμεσά τους, δεν υπήρξαν καβγάδες, δικηγόροι, δικαστήρια. Χώρισαν φιλικά και πολιτισμένα, μοίρασαν την κοινή περιουσία φιλικά και πολιτισμένα. Ωραία, αλλά γιατί χώρισαν; Το μόνο που συνέβη ήταν ότι κάποια στιγμή ο φίλος μου χρειάστηκε, εξαιτίας της δουλειάς, να λείπει από την πόλη του. Αυτή η χιλιομετρική απόσταση κάπως του αποκάλυψε ότι η απόσταση που τον χώριζε από τη γυναίκα του ήταν και συναισθηματική – κυρίως συναισθηματική. Διαπίστωσε ότι δεν του άρεσε, δεν τον κάλυπτε πλέον η κοινή τους ζωή. Η γυναίκα του ήταν σύμφωνη. Δεν είναι ο μόνος γκριζομάλλης που χωρίζει με αυτό το σκεπτικό. Στις ΗΠΑ, τα «γκρίζα διαζύγια» – ναι, από το χρώμα των μαλλιών λέγονται έτσι – έχουν διπλασιαστεί. Πιο συγκεκριμένα, τα τέσσερα στα δέκα διαζύγια αφορούν ανθρώπους άνω των πενήντα. Δεν ξέρουμε ακριβώς τους λόγους, πάντως οι baby boomers και η Gen X μοιάζουν ολοένα πιο απρόθυμοι να παραμείνουν σε λευκούς γάμους – γάμους που τους λείπει η συντροφικότητα, η επικοινωνία, η ζωντάνια.
Διαζύγιο σε προχωρημένη ηλικία: Γιατί κάποιοι επιλέγουν μια νέα αρχή
Προσδόκιμο και προσδοκίες
Παραδοσιακά, τα ζευγάρια αυτά δεν χώριζαν. Είτε επειδή δεν ήθελαν να ρισκάρουν την οικονομική σταθερότητα που είχαν χτίσει μαζί είτε επειδή φοβόντουσαν το στίγμα ενός διαζυγίου είτε επειδή, στην τελική, ποιος έχει κουράγιο και όρεξη για διαζύγια στα εξηνταφεύγα... Τον φάγαμε τον γάιδαρο, σκέφτονταν, τώρα θα χωρίσουμε; Έλα όμως που όσο πάμε ζούμε περισσότερο. Και αυτό αλλάζει εντυπωσιακά την εξίσωση του «για πάντα μαζί». Αν το προσδόκιμο ζωής είναι εξήντα πέντε χρόνια – ναι, περίπου τόσο ήταν στην Ελλάδα του 1950 – το «για πάντα μαζί» μεταφράζεται σε τρεις ή το πολύ τέσσερις δεκαετίες. Σήμερα όμως θα βρεις ζευγάρια που έχουν ζήσει μαζί πενήντα, εξήντα κι ακόμη περισσότερα χρόνια. Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία του είδους μας. Αν το σκεφτείς έτσι, η μονογαμία μοιάζει... ατελείωτη. Κι ο εξηντάρης αναπόφευκτα σκέφτεται: «Μπορεί να έχω άλλα τριάντα χρόνια μπροστά μου, πώς θέλω πραγματικά να τα ζήσω;». Συγχρόνως, οι κοινωνικές αλλά και οι προσωπικές μας προσδοκίες για το πώς πρέπει να είναι ένας γάμος ώστε να έχει νόημα και λόγο ύπαρξης έχουν αλλάξει. Πάρε τους baby boomers. Όταν παντρεύτηκαν, στα εικοσιπέντε τους, ας υποθέσουμε, μπορεί να το έκαναν απλώς επειδή... αυτό ήταν το αναμενόμενο, αυτή ήταν η νόρμα.
Σήμερα ζουν σε μία εποχή όπου ο γάμος οφείλει να είναι πολύ περισσότερα από μία σύμβαση. Πρέπει να περιέχει αγάπη και επικοινωνία και προσωπική ανάπτυξη, να είναι όχημα προς την αυτοπραγμάτωσή μας. Και έρχεται η μέρα που διαπιστώνεις ότι ο δικός σου γάμος δεν ανταποκρίνεται σε όλες αυτές τις προσδοκίες. Μπορεί να μην είναι μαρτυρικός και αβάσταχτος, μπορεί να είναι, ας πούμε, στάσιμος. Κάποιες φορές κάνεις τα στραβά μάτια, παριστάνεις ότι δεν τη βλέπεις αυτήν τη στασιμότητα. Άλλες φορές, πάλι, σου έρχεται σαν σφαλιάρα. Μπορεί να είναι όταν ξεχνάει τελείως τα γενέθλιά σου – ούτε καν ένα «χρόνια πολλά, να σε χαιρόμαστε» – και σε πιάνει το παράπονο: «Μόνο για να δουλεύω/κερδίζω/φροντίζω τα παιδιά άξιζα;». Ή μπορεί να βγεις, να περάσεις αξέχαστα με την παρέα και να διαπιστώσεις ότι πάνε είκοσι χρόνια που διασκεδάσατε με τον/τη σύζυγο. Αναρωτιέται κάπου εκεί ο άνθρωπος: «Ξέρω πώς θα είναι η υπόλοιπη ζωή μου αν μείνουμε μαζί – το θέλω;».
Το κόστος και το κέρδος
Ναι, αλλά ένας χωρισμός έχει κόστος, και για έναν εξηντάρη είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι για έναν τριαντάρη ή ακόμη και σαραντάρη. Μιλάμε για το οικονομικό κόστος. Όσο περισσότερο μένει παντρεμένο ένα ζευγάρι τόσο πιο κουβάρι αξεδιάλυτο γίνονται τα οικονομικά του. Δεν είναι το ποιος θα πάρει τον καναπέ το θέμα, είναι εξίσωση περίπλοκη το ποιος δικαιούται τι μετά από τριάντα χρόνια μαζί. Όταν μάλιστα είσαι στη σύνταξη ή λίγο πριν από τη σύνταξη, δεν είναι κατάλληλη στιγμή για να πάρεις οικονομικά ρίσκα. Και μετά είναι το ψυχικό κόστος, που κι αυτό είναι μεγαλύτερο με τα χρόνια. Είναι ισχυρότερη η δύναμη της συνήθειας, είναι δυσκολότερο να κοινωνικοποιηθείς, να κάνεις παρέες, να στήσεις τη ζωή σου μόνος σου από την αρχή ή να βρεις σύντροφο, αν αυτό θέλεις. Σε κάθε περίπτωση, οι εφαρμογές γνωριμιών ξεχειλίζουν από άνδρες και γυναίκες άνω των πενήντα. Κι όμως, κάποιοι, ολοένα περισσότεροι, είναι πρόθυμοι να επιφορτιστούν και το οικονομικό και το ψυχικό κόστος. Ίσως δεν ενδιαφέρονται όλοι να βρουν νέο σύντροφο. Ίσως απολαμβάνουν απλώς την ελευθερία του να κάνουν εκδρομές όποτε θέλουν, να κοιμούνται ό,τι ώρα θέλουν, να βάζουν στο φαγητό όσο αλάτι θέλουν – τέτοια πράγματα.
Οι περισσότεροι, άλλωστε, δεν πήραν διαζύγιο νωρίτερα επειδή τα παιδιά ήταν μικρά, επειδή είχαν δουλειές και υποχρεώσεις που είχαν προτεραιότητα, επειδή ίσως τους ένοιαζε και το τι θα πει ο κόσμος. Επειδή, τελικά, νωρίτερα δεν τολμούσαν να το κάνουν. Μα ο γάμος υποτίθεται ότι είναι ένα καταφύγιο, ένας τόπος σταθερότητας και ασφάλειας. Πώς το αφήνεις αυτό μετά από μια ολόκληρη ζωή; Ίσως είναι που μετά από μια ηλικία ανέχεσαι λιγότερα, πολύ λιγότερα απ’ όσα θα ανεχόσουν στα είκοσί σου χρόνια. Έχεις τηρήσει τη σύμβαση τόσο καιρό, έκανες το χρέος σου και τώρα θέλεις να κάνεις και το κέφι σου. Ή μπορεί, πάλι, μετά από μια ηλικία να γίνεσαι σοφός – αρκετά σοφός τουλάχιστον ώστε να ξέρεις ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση. Τόσο στον γάμο όσο και στη ζωή συνολικότερα.
Τα πιο διαβασμένα άρθρα του Look μια φορά την εβδομάδα στο mail σου! Εγγράψου εδώ >>>