Μεσήλικες, φτωχοί και χρεωμένοι
Μεσήλικες, φτωχοί και χρεωμένοι © Charlie Harris/Unsplash
Opinion

Μεσήλικες, φτωχοί και χρεωμένοι

Φίλοι άποροι βρίσκονται ξαφνικά χρεωμένοι από το μακρινό 2005, που δεν πλήρωσαν μία κλήση τροχαίας, ενώ άλλοι αναρωτιούνται πως θα πληρώσουν δωμάτιο νοσοκομείου, όταν έρθει η ώρα η δύσκολη…

Οι δυσκολίες της καθημερινότητας και πως μπορείς να αντεπεξέλθεις όταν δεν είσαι πια νέος

«Τα καλά μου βρακιά τα φοράω μόνον όταν πηγαίνω σε γιατρούς για εξέταση, σε ιατρικά κέντρα, σε νοσοκομεία, ακόμα και στον οφθαλμίατρο!» παραπονιέται φίλος που όπως όλοι, τα καλά του βρακιά τα φόραγε, παραδοσιακά, όταν έβγαινε το βράδι ή όταν υπήρχε ελπίδα γκομενικού στην ατμόσφαιρα. Τότε διαλέγαμε από το βρακο-συρτάρι μας βρακιά που να μην έχουνε φαγωμένα λάστιχα, γκρι-μπεζ χρώμα από τα εκατό χιλιάδες πλυσίματα ή τρυπούλες στις ραφές επειδή ήταν αντίκες. Υπήρχαν βρακιά ολοκαίνουργια στουμπωμένα στο βάθος του συρταριού, τσίλικα, με ωραία χρώματα, μερικές φορές και σχέδια. Για εμάς τα κορίτσια, υπήρχαν βρακιά με δαντέλες, κορδέλες, φιόγκους, φιλντιρέ, καρδούλες, ζωγραφιές και κουδούνια. Υπάρχουν ακόμα, απλώς τα φοράμε σε ειδικές περιστάσεις, δηλαδή σε ιατρικές επισκέψεις.

Φίλοι φτωχοί με χρέη που έχουν χαθεί στα βάθη των αιώνων

Η ιδέα ότι μπορεί να σου πει ο γιατρός «γδύσου» και να φοράς ένα παλιόβρακο που κρέμεται σα βρεγμένη σουπιά, σε χαλάει, ακόμα και μετά τα 50-70. Σε χαλάει κι αν συμβεί με γκομενάκι, απλώς δεν είναι το πιο συνηθισμένο, μετά τα 50-70, δεν είναι αυτό για το οποίο ανησυχείς ή αυτό με το οποίο κοιμάσαι και ξυπνάς ή αυτό που περνάει από το μυαλό σου από την παρακαταθήκη των αναμνήσεών σου.

Γενικά η θεματολογία μας τελευταία ακολουθεί τις φοβικές τάσεις της εποχής: ναι, μου ήρθε κι εμένα τσιβί ξεχασμένο από το θεό, για την ακρίβεια από το 2013, όπως ήρθε και σε (άπορο λέμε) φιλικό μου άτομο η κλήση της τροχαίας «με τις προσαυξήσεις», ενάμιση χιλιάρικο. Το δικό μου αρχικό χρέος από ενάμιση πήγε τρεισήμισι χιλιάρικα «με τις προσαυξήσεις» και κατασχέθηκε κι όλας μάνι-μάνι, για να μη τρέχω με ρυθμίσεις και άλλα κουραστικά πράγματα. Όλα αυτά έρχονται σε χάρτινους φακέλους με στραβο-γραμμένες διευθύνσεις, ίσως επειδή έρχονται σέρνοντας από το μακρινό παρελθόν. Οι φάκελοι έχουν ημερομηνίες ένα και δύο μήνες πριν τους πιάσεις στα χέρια σου, και οι χρόνοι που σου δίνει όποιος (λίγο σιχαμένος) στους στέλνει με δωρεάν ταχυδρομείο άρα της τελευταίας υποστάθμης, είναι είκοσι εργάσιμες, οπότε έχεις χάσει την προθεσμία, είτε είσαι άπορος είτε δεν είσαι. Είτε έχεις ακριβώς το ποσόν που κατάσχεται είτε έχεις λίγα ακόμα ευρώπουλα, που μένουν μετά παραπονεμένα σα ρέστα στο λογαριασμό σου και σε κοιτάνε με θλίψη όποτε πας να κάνεις συναλλαγή.

Στο καπάκι, φίλος εβδομηντάρης μπήκε σε ιδιωτικό νοσοκομείο όπου είχε κάποια άκρη, σοβαρά άρρωστος, με χιλιάρικο τη βραδιά – τιμή-κελεπούρι, λόγω της άκρης. Ο φίλος έχει ένα διαμέρισμα που θα πουλήσει άμεσα όσο-όσο για να ανταπεξέλθει στα έξοδα νοσηλείας. Μη πει κανείς «αφού δεν είχε λεφτά, τότε γιατί δεν πήγε σε δημόσιο νοσοκομείο;» Παρόλο που είμαι υπερ της δημόσιας υγείας, η ερώτηση προδίδει ότι ο κανείς (με την αφελή ερώτηση) δεν έχει πάει ποτέ σε δημόσιο νοσοκομείο άρα δεν ξέρει ο κωλόφαρδος για τις λίστες αναμονής που μεσολαβούν ανάμεσα στο δύσκολο περιστατικό και την καλή, ακριβή, δυσεύρετη θεραπεία.

πό τα 50 και μετά, αιματοκρίτες, ζάχαρα, χοληστερίνες κι άλλα φριχτά πράγματα που βγήκανε με μπολντ στις εξετάσεις σα να μη πέρασαν τη χρονιά-

Η περίπτωσή του ξεσήκωσε συζητήσεις, μη πω και θύελλα γιατί γίνομαι φολκλόρ – η περίπτωσή του έθεσε θέματα ανάμεσα σε εμάς τους υπόλοιπους: τι κάνεις όταν βρίσκεσαι σε τέτοια ή παρόμοια θέση, και ΔΕΝ έχεις διαμέρισμα να πουλήσεις; Όταν έχεις μόνο καμιά δεκαριά καλά βρακιά, από τις εποχές που τα δούλευες, αλλά ούτε χωράφι ούτε λίρες ούτε ασημικά αξίας; Η συζήτηση πυροδότησε άλλες, αναλόγου φυράματος συζητήσεις, τόσο ξινές και δυστυχώς οικείες από τα 50 και μετά: εξετάσεις που κάναμε, αιματοκρίτες, ζάχαρα, χοληστερίνες κι άλλα φριχτά πράγματα που βγήκανε με μπολντ στις εξετάσεις σα να μη πέρασαν τη χρονιά, στασιμούρες, και τι θα γίνει με τα παιδιά μας, που αυτά ΚΙ ΑΝ δεν θα έχουνε ούτε βρακιά της προκοπής να πουλήσουν, όταν φτάσουν με το καλό στην ηλικία μας που θα έχουν φαγωθεί τα πάντα όλα σε πεπαλαιωμένα πρόστιμα, κλήσεις τροχαίας και «προσαυξήσεις» σε οφειλές που δεν γνωρίζαμε, για τις οποίες ειδοποιηθήκαμε πριν προλάβουμε να κάνουμε κιχ, πριν καν προλάβουμε να αλλάξουμε ένα βρακί, ώστε να είμαστε προετοιμασμένα άτομα όταν μας έρθει ο ουρανός σφοντύλι…

Τα παιδιά μας έχουνε μέλλον, εμείς πάλι, όχι τόσο. Αναρωτιόμαστε αν όποιος «προβαίνει σε κατάσχεση οφειλόμενου ποσού», τσεκάρει το υπόλοιπο του λογαριασμού, ή τα έσοδα στην φορολογική δήλωση του ατόμου το οποίο χαρατσώνεται. Ελέγχεται η ακίνητη και κινητή περιουσία του; Δεν λαμβάνεται υπόψιν η συνολική εικόνα πριν πέσει το μαχαίρι στο κόκκαλο ή μάλλον στο λογαριασμό; Και κάποιος που ζει με ένα επίδομα 500 ευρώ το μήνα, ή με σύνταξη 700 ευρώ το μήνα, ή με έσοδα 800, άντε 1000 ευρώ το μήνα… το μέσο άτομο δηλαδή με το οποίο κάνω παρέα… άτομο που έχει πουλήσει χρόνια τώρα το αμάξι του, που είναι ολοφάνερο ότι δεν κάνει μεγάλη ζωή και ολο-σίγουρο ότι δεν κλέβει το κράτος… πως γίνεται να αφαλοκόβεται έτσι αδίστακτα για χρέη που δεν γνωρίζει, και που έχουν χαθεί στα βάθη των αιώνων;

Όλα αυτά είναι ρητορικά ερωτήματα που απασχολούν το σύγχρονο άτομο όταν περνάει λαχανιασμένο τα 50 του χρόνια. Δε φτάνουνε δηλαδή οι εξετάσεις, οι επισκέψεις σε γιατρούς, οι ανησυχίες υγείας, οι διάφορες κουλές παθήσεις που εμφανίζονται από το πουθενά, ξυπνάς ένα πρωί και βρίσκεσαι πάρα μα πάρα πολύ φτωχό, φοβισμένο και στριμωγμένο άτομο. Τα ωραία βρακιά που έχεις από το 2000, δεν σε παρηγορούν και πολύ, παρόλο που σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι υπάρχει ελπίδα, έστω μικρή – τουλάχιστον είναι παρδάλω όπως οφείλει να είναι η ελπίδα…

Top Reads

Δείτε ακόμα

Στην Athens Voice